Αρχείο

Posts Tagged ‘θρησκεία’

Η αποδοχή της διαφορετικότητας και η Δημοκρατία ως έξη

Νοεμβρίου 28, 2008 Babis Petras Γράψτε ένα σχόλιο

Στη δημόσια ζωή της χώρας διατηρούνται τα τελευταία χρόνια ιδέες, νοητοί χώροι και σκέψεις που έχουν διαμορφωθεί ως επίδικα αντικείμενα, ακόμη χειρότερα ως επιλογές που έχουν εξοριστεί στα όρια της προκατάληψης. Αναφέρομαι κυρίως στην ιδέα και την κοινότητα του έθνους-κράτους και της θρησκείας που μας ταλαιπωρούν και πάλι τους τελευταίους μήνες. Μοιάζει δύσκολο να προσεγγίσει κανείς θεσμούς ή πολιτικούς σχηματισμούς ως απρόσωπα κι αυτόνομα πεδία διότι έχουν φορείς με πρόσωπο και όνομα ωστόσο φρονώ πως είναι χρήσιμο να ξεκαθαρίζουν ενίοτε και οι καθαυτές, βραδύτερα μεταβαλλόμενες μονάδες οργάνωσης της κοινωνίας μας. Το έθνος και η θρησκεία στην Ελλάδα αποτελούν δύο ισχυρές πολιτισμικές ταυτότητες οι οποίες βέβαια αναγνωρίζονται και αναφορικά με την πολιτική οργάνωση του πληθυσμού, αυτή η διάσταση με ενδιαφέρει σε αυτές τις γραμμές.

Για τα παιδιά που γεννήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η στάση τους απέναντι σε αυτές τις ιδέες και τα συστήματα εξουσίας δεν έχει πολλές εναλλακτικές. Για μια σειρά από ποικίλα κίνητρα και λόγους, ένας νέος στέκεται αδιάφορος, αδιάβαστος και άσχετος  με όλα αυτά, παραμένοντας σε μία σφαίρα στην οποία λειτουργεί παθητικά ή εντάσσεται σε σχεδόν φανατικές εκδοχές: από την απόλυτη ταύτιση με βίαιες αντιδράσεις τόσο σε τρίτους όσο και σε εσωτερικούς με άλλες απόψεις, έως την απόλυτη αποβολή των ιδεών του έθνους και της θρησκείας ως μια επιλογή πολιτικής ελευθερίας. Δεν θα εμπλακώ αυτή τη στιγμή στο ποιος έχει λιγότερη σχέση με την πραγματικότητα, θα σταθώ όμως στο ζήτημα της αποδοχής. Και στις τρεις γενικές περιπτώσεις κανένας δεν μπορεί να δεχτεί τη διαφορετικότητα σε μια συλλογικότητα όπως ο πολιτικός σχηματισμός που όλοι ζούμε, δηλαδή την ελληνική πολιτεία.

Alexis de Toqueville

Alexis de Toqueville

Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα δημιουργείται στην απουσία συλλογικής συνείδησης του ζην και πράττειν από κοινού με άλλους, πολλές φορές διαφορετικούς ανθρώπους. Φαίνεται αδύνατο να αναγνωριστεί μια φαντασιακή κοινότητα ευρύτερη από μία ομάδα με πολιτικές αρχές που κυρίως αποκλείουν παρά ενώνουν. Με άλλα λόγια, οι νέοι δεν έχουν εκπαιδευτεί σε δημοκρατικές πρακτικές όπου κανείς δεν θα επιβάλλει τα άκρα αλλά θα λειτουργεί συλλογικά, αποδεχόμενος την διαφορετικότητα. Τα άκρα δεν μπορούν εξ’ ορισμού να συντηρήσουν μια κοινωνία, είναι όμως προϊόντα έλλειψης δημοκρατικής παιδείας, δηλαδή αλληλεγγύης, συζήτησης, αμοιβαιότητας και συνεργασίας. Ο καθένας μπορεί να δεχτεί τις θρησκευτικές αντιλήψεις του συμπολίτη του όπως και τις ιδιαίτερες θέσεις απέναντι στην εθνική του ταυτότητα αρκεί να μην επικρατούν οι φανατισμοί. Όλοι στον κοινό παρονομαστή του Πολίτη της Ελληνικής Δημοκρατίας, μπορούν δράσουν από κοινού προς το συμφέρον μιας ευρύτερης ομάδας από εκείνη των άκρων.

Αναφέρομαι στους νέους διότι η νέες γενιές είναι εκείνες που κάθε φορά μπορούν να διαμορφώσουν την ανατροπή. Δυστυχώς έχει επικρατήσει στη χώρα μας ένα φαύλο πολιτικό σύστημα το οποίο αμύνεται με επιτυχία σε κάθε είδους ορθολογική σκέψη και εκδημοκρατισμό του. Επομένως η λύση είναι η συμμετοχή της νεολαίας σε συλλογικές πρωτοβουλίες που λειτουργούν στις αρχές της δημοκρατίας, της μετριοπάθειας, της αμοιβαιότητας, της συμφωνίας και της αλληλεγγύης. Έτσι θα ανατραπούν από τα κάτω, η φαυλότητα, η υπερβολή και η άγνοια, για πρώτη φορά ίσως στην πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους.

Ταυτίζεται η Θρησκεία με το Έθνος; (σημειώσεις επί της κοινωνικής θεωρίας)

Νοεμβρίου 10, 2008 Babis Petras Γράψτε ένα σχόλιο

θεωρητικό επίπεδο, ο Β. Anderson τη δεκαετία του 1980 προτείνει μια ανάλυση για το «έθνος» όχι στη βάση οικονομικών όρων αλλά προσεγγίζοντας την εθνικότητα ως πολιτισμική κατηγορία, ως πολιτισμική κατασκευή, συμβάλλοντας καταλυτικά στην εγκατάλειψη της αναζήτησης αντικειμενικών κριτηρίων για το έθνος. Το «έθνος» σημαίνει μια συνείδηση, ένα συναίσθημα του συνανήκειν: «Το έθνος είναι μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον εαυτό της ως πολιτική οντότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη». Ο Φαντασιακός χαρακτήρας της ορίζεται στη βάση της μη προσωπικής επαφής των μελών της κοινότητας. Η φαντασία είναι το μέσο, το εργαλείο σύλληψης του έθνους. Η κοινότητα του έθνους είναι μια «βαθιά οριζόντια σχέση» (πολιτικό περιεχόμενο) στην οποία επικρατεί το «αίσθημα της αδελφότητας» (θρησκευτικό περιεχόμενο). Το «έθνος» ως τρόπος σύλληψης του κόσμου, ως πολιτισμικό σύστημα, διαδέχτηκε ιστορικά τις θρησκευτικές κοινότητες και τα δυναστικά καθεστώτα όταν κατά το 18ο αιώνα οι κυρίαρχες πολιτισμικές αντιλήψεις των προηγούμενων συστημάτων ταξινόμησης του κόσμου έχασαν την αξιωματική επιρροή τους στο μυαλό των ανθρώπων .

Η κριτική του P. Chatterjee και των μετά-αποικιακών σπουδών γενικότερα, έδειξε ότι η ίδια η χρήση της έννοιας του έθνους από ένα δυτικό ουνιβερσαλισμό αποτελεί στην πραγματικότητα ένα ακόμη πρόβλημα. Αν το έθνος είναι μια φαντασιακή κοινότητα και αν τα έθνη πρέπει να παίρνουν τη μορφή κρατών, τότε θα έπρεπε, στο θεωρητικό μας λεξιλόγιο, να περιγράφουμε την κοινότητα και το κράτος με τους ίδιους όρους, ταυτόχρονα, ωστόσο κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με την αναθεώρηση της Δυτικότητας του όρου . Η θέση του P. Chatterjee εντάσσεται στην κριτική που άσκησαν οι μετά-αποικιακές σπουδές τη δεκαετία του 1990 στην προσέγγιση του έθνους ως την αυτόνομη συγκρότηση ενός κυρίαρχου υποκειμένου. Αντί για μια αυτόνομη φαντασιακή σύλληψη υπήρξε η δημιουργία μιας ετεροκαθορισμένης κοινότητας .

Στη βάση αυτή, η θρησκεία και το έθνος αρχικά κατηγοριοποιήθηκαν στον άξονα των αντιθέσεων: παράδοση/νεωτερικότητα, θεοκρατία/ορθολογισμός. Αναπτύχθηκε ένας λόγος στον οποίο η θρησκεία στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες αποτελεί ζήτημα που εντάσσεται κυρίως στη σφαίρα του ιδιωτικού, της «ατομικής επιλογής». Μια απόλυτη διάκριση κατά την οποία η θρησκεία, ακολουθώντας αναλογικά τη σκέψη του M.Sahlins , δεν αποτελεί πλέον το κυρίαρχο πεδίο συμβολικής παραγωγής και το έθνος συνιστά  τη θεμελιώδη μονάδα από την οποία σηματοδοτείται και παράγεται τόσο ο ιστορικός χρόνος όσο και ο σύγχρονος Άλλος. Έτσι, το έθνος γίνεται αντιληπτό αποκλειστικά ως πολιτική οντότητα ενώ η θρησκεία τοποθετείται σε ένα παρελθόν δεισιδαιμονιών.

Είναι γεγονός ότι δεν ζούμε σε ένα θεοκρατικό περιβάλλον. Ωστόσο, σύμφωνα με την μετά-αποικιοκρατική κριτική, η θρησκεία και το έθνος ως κατηγορίες δεν αφορούν παρά τη Δύση η οποία τις καθιέρωσε ως οικουμενικές. Επιπρόσθετα, η ίδια η νεωτερικότητα όχι μόνο δεν είναι οικουμενική αλλά και στο εσωτερικό της διαιρείται. Στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα, η θρησκεία επιστρέφει στο προσκήνιο , την ίδια περίοδο που αναπτύσσεται και η συζήτηση για το τέλος των εθνών. Από το 1945 έως το 1960 το μισό ποσοστό των εμφυλίων πολέμων πραγματοποιήθηκαν μεταξύ εθνοτικο-θρησκευτικών ομάδων (ethnic-religious), την περίοδο 1960 – 1990 με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το ποσοστό αυξήθηκε στα ¾, συνεχίζουμε με την ιρανική επανάσταση το 1979 κοκ .  Στην πραγματικότητα, η θρησκεία έχει μια βαθύτερη σχέση με τον εθνικισμό. Το 19ο αιώνα υπάρχει το βαλκανικό παράδειγμα των εθνικοποιημένων εκκλησιών όπου η επιστρέφει ως κριτήριο συμμετοχής στην εθνική ομάδα. Σε μια συνολικότερη προσέγγιση, η κοινή πίστη ήταν κρίσιμος παράγοντας για τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 18ου και 19ου αιώνα. Από την άλλη, τα περισσότερα κράτη που αποπειράθηκαν να εγκαθιδρύσουν έναν εκκοσμικευμένο εθνικισμό, απέτυχαν. Όταν η θρησκευτική πίστη απορρίφθηκε από εθνικούς ηγέτες, το κοσμικό κράτος καταλύθηκε από φονταμενταλιστές όπως στο Ιράν ή από στρατιωτική δικτατορία όπως στην Τουρκία ή από κάτι ενδιάμεσο όπως στη Συρία και την Αίγυπτο.

Η συζήτηση της δεκαετίας του 1980 φαίνεται να κατέληξε σωστά, ιδιαίτερα ο Gellner, ότι ο εθνικισμός είναι φαινόμενο της νεωτερικότητας. Εντούτοις, η θρησκεία μπορεί να αποτελεί παρελθόν ως θεοκρατία αλλά παραμένει παρούσα και διαιρεί την  ενιαία, σε επίπεδο ενός κανονιστικού λόγου, νεωτερικότητα. Κατά συνέπεια, το αντικείμενο διασπάται κατά περίπτωση, σύμφωνα και με τον Steve Bruce μια ταξινόμηση σε κλειστές κατηγορίες δεν μπορεί να γίνει. Κάθε εθνικισμός αναπτύσσει μία συγκεκριμένη σχέση με τη θρησκεία, σε ορισμένη ιστορική στιγμή, σε ορισμένο τόπο. Σε αυτή τη βάση, με τις διατυπωμένες επιφυλάξεις, διαμορφώνονται τέσσερις κατηγορίες στις οποίες μπορούν να ταξινομηθούν οι εθνικισμοί :

α. Εθνικισμοί με ισχυρό το θρησκευτικό στοιχείο όπου η θρησκεία νομιμοποιεί τους εθνικούς ανταγωνισμούς και η εθνική ταυτότητα ορίζεται σε άμεση συνάφεια με τη θρησκευτική όπως η ιδιαίτερη περίπτωση των Εβραίων, η Πολωνία, η Ιρλανδία κ.α.

β. Εθνικισμοί χωρίς ισχυρό θρησκευτικό προσανατολισμό όπως η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, της Ρωσίας, της Ουκρανίας, περιπτώσεις που δεν υπάρχει μια ενιαία πολιτισμική κοινότητα.

γ. Εθνικισμοί που απορρίπτουν θρησκευτικές ταυτότητες, προσπαθούν να απαλλάξουν τον κοινωνικό σχηματισμό του έθνους από θρησκευτικό προσδιορισμό, να δημιουργήσουν μία τομή με την θρησκευτική παράδοση όπως η περίπτωση της Τουρκίας, της Συρίας, της Αιγύπτου κ.α..

δ. Εθνικισμοί οι οποίοι στο πολιτικό τους πρόγραμμα προσπαθούν να επιβάλλουν την ανεξιθρησκία, πρόκειται κυρίως για περιοχές της Αφρικής και το θεωρητικό σχήμα του μετά-αποικιοκρατικού εθνικισμού. 
 
Απόλυτη διάκριση μεταξύ της θρησκευτικής και εθνικής φαντασίας δεν μπορεί να συμβεί. Το έθνος νοείται πάντα ως μία οριζόντια συντροφική σχέση, είναι αυτό το αίσθημα της αδελφότητας που δίνει τη δυνατότητα σε τόσα εκατομμύρια ανθρώπους, τους δύο τελευταίους αιώνες, όχι τόσο να σκοτώνουν, όσο να είναι πρόθυμοι να δίνουν τη ζωή τους για τόσο περιορισμένες φαντασιώσεις. Μνημεία του εθνικισμού, κενοτάφια και μνημόσυνα, τελετουργίες παρόμοιες με τις θρησκευτικές. Θάνατος και Αθανασία, θρησκευτικές και εθνικές φαντασιώσεις για τον νοητό χώρο των αθανάτων ηρώων του έθνους ή των αγίων. Παρόμοια σχέση αναπτύσσεται και μεταξύ γενεών, ένα παρελθόν που ανήκει στο «ανέκαθεν» και αναπαραγωγή της πίστης ή της ιδεολογίας προσδιορίζουν τη σχέση με τους αγέννητους. Επομένως, ο εθνικισμός έχει ένα συμβολικό ρεπερτόριο το οποίο υπήρχε ήδη στη θρησκεία και το μεταμορφώνει κατά περίπτωση.

Ωστόσο το έθνος δεν είναι θρησκεία. Αν και εμφανίζουν εξουσιαστικές τάσεις επιτελώντας τον προβολικό χαρακτήρα τους, τα έθνη δεν επικαλούνται κάποια οικουμενικότητα αλλά προσδιορίζονται εδαφικά σε αντίθεση με τις μεσσιανικές θρησκείες. Το «έθνος» ως τρόπος σύλληψης του κόσμου, ως πολιτισμικό σύστημα, διαδέχτηκε ιστορικά τις θρησκευτικές κοινότητες και τα δυναστικά καθεστώτα όταν κατά το 18ο αιώνα οι κυρίαρχες πολιτισμικές αντιλήψεις των προηγούμενων συστημάτων ταξινόμησης του κόσμου έχασαν την αξιωματική επιρροή τους στο μυαλό των ανθρώπων. Κανένα έθνος δεν φαντάζεται τον εαυτό του να ταυτίζεται με την ανθρωπότητα όπως οι χριστιανοί σε μια χριστιανική οικουμένη. Η θρησκεία μπορεί να είναι παρούσα αλλά δεν κατέχει την πολιτική θέση που κατείχε πριν το 18ο αιώνα, με άλλα λόγια δεν αποτελεί το κυρίαρχο πεδίο συμβολικής παραγωγής. Στο Δυτικό λόγο περί κράτους, όταν οι θρησκείες διακηρύττουν τον εαυτό τους με ακραίους πολιτικούς όρους κατηγοριοποιούνται ως φονταμενταλιστικά κινήματα.