Αρχείο

Posts Tagged ‘έθνος’

“Η Εκκλησία δεν εξαιρεί κανέναν”, Μετανάστες και μια γνώμη από αξιωματούχο της Εκκλησίας..

Ιανουαρίου 17, 2010 Babis Petras Γράψτε ένα σχόλιο

Το άρθρο είναι του Νίκου Παπαχρίστου και αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του Skai.gr για τον εξής λόγο: Η εκκλησία, φρόντισε να είναι παρούσα, έστω και μετά το 1870, στη συζητήση για τι διακρίνει τον Έλληνα ως εθνική ταυτότητα. Ο θρησκευτικός προσδιορισμός, ή η θρησκευτική ταυτότητα οπως κι αν προτιμάτε, αποτέλεσε διακριτικό στοιχείο συνεπώς θεωρήθηκε εκ των άνω συστατικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας. Ακόμη χειρότερα σε τελική ανάλυση, ως προαπαιτούμενο συμμετοχής στην εθνική μας οντότητα.  Αυτό μεταφερόμενο εις τον 20ό αιώνα δημιούργησε συγχύσεις για το αν τελικά είμασθε πολιτικό έθνος οπότε Έλληνας είναι όποιος πολιτογραφείται ως τέτοιος, ή ιστορικό-πολιτισμικό έθνος η ακόμη και με ιδιαίτερα γονιδιακά χαρακτηριστικά.. Οι συγχύσεις γίνονται προφανείς όταν ακόμη μιλάμε για “ιθαγένεια” και “υπηκοότητα”, σαν να είμαστε φυλή ή δυστυχώς υπήκοοι κάποιου ελέω θεού βασιλέα ….Σε αυτές τις δηλώσεις του Μητροπολίτη, προφανώς και η άποψη ταξιδεύει με όχημα την παιδεία, τα πολιτιστικά στοιχεία κλπ, εντούτοις ως ρητή ιδέα παραμένει όπως και να την δικαιολογήσει εντέχνως ο μητροπολίτης.

Εδω θα βρείτε και τις σκέψεις μου για το θέμα πριν αρκετό καιρό.

Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας με δηλώσεις του στην “Κ”, σημειώνει ότι “δεν υπάρχουν πλέον κάστες και κλειστές κοινωνίες” . Παρέμβαση του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου μέσω της “Καθημερινής της Κυριακής”, υπέρ της χορήγησης ιθαγένειας στα παιδιά μεταναστών, που γεννήθηκαν και φοίτησαν στην Ελλάδα.

Είναι η πρώτη φορά, που Ιεράρχης τάσσεται υπέρ της χορήγησης ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών.

“Πώς να ξεχωρίσω ένα παιδί μεταναστών που γεννήθηκε εδώ, όταν ο κάθε ένας που απολαμβάνει της ελληνικής παιδείας είναι Έλληνας; Πώς, λοιπόν, θα κάνω αυτή τη διάκριση; Όταν το παιδί αυτό έχει γεννηθεί και έχει μεγαλώσει στην Ελλάδα, έχει σπουδάσει στα ελληνικά σχολεία, γιατί πρέπει να τον διακρίνω από τους άλλους;” Διερωτάται ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας.

Όπως σημειώνει “δεν υπάρχουν πλέον κάστες και κλειστές κοινωνίες στον χώρο που ζούμε” και προσθέτει: “Ζούμε σε μια διαπολιτισμική κοινωνία, όπου οι Εκκλησίες, και στον χώρο της Ευρώπης και εδώ στην πατρίδα μας, πρέπει να συμβάλουν σε αυτή τη διαλεκτική μεταξύ των ανθρώπων και, κυρίως, να διακηρύττουν τον σεβασμό στην ετερότητα. Και ο σεβασμός στην ετερότητα σημαίνει πως αποδέχομαι τον άλλον όπως είναι και όχι όπως εγώ θα ήθελα να είναι, κομμένο και ραμμένο στα δικά μου μέτρα. Τον σέβομαι, έμπρακτα ανταποκρίνομαι σε αυτόν, τον έχω ως έναν ισότιμο και ισόκυρο συνομιλητή μου”.

“Όταν το παιδί αυτό έχει γεννηθεί και έχει μεγαλώσει στην Ελλάδα, έχει σπουδάσει στα ελληνικά σχολεία, γιατί πρέπει να τον διακρίνω από τους άλλους;”

Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας υπενθυμίζει πως “η Εκκλησία από την ίδια τη φύση και την ταυτότητά της δεν μπορεί να εξαιρέσει κανέναν. Δεν κάνει κανένα διαχωρισμό, μεριμνά ώστε τα παιδιά κυρίως, αλλά και οι μεγάλοι, να βρουν αυτό που αναζητούν, έναν καλύτερο κόσμο εδώ στην πατρίδα μας. Η Εκκλησία μπορεί με τον καλύτερο τρόπο να ανταποκριθεί σε αυτούς τους ανθρώπους και να μείνει μακριά από οποιαδήποτε άλλη διένεξη που αφορά το νομοθετικό πλαίσιο με το οποίο προσπαθεί η εκάστοτε κυβέρνηση να λύσει ή να αντιμετωπίσει το λεγόμενο μεταναστευτικό πρόβλημα”.

Ο κ. Χρυσόστομος χαρακτηρίζει απηρχαιωμένες τις απόψεις εκείνων που υποστηρίζουν ότι οι μετανάστες δεν έχουν θέση στην ελληνική κοινωνία και υπενθυμίζει πως, αν επικρατούσε αυτή η αντίληψη μεταπολεμικά, όταν χιλιάδες Έλληνες αναζητούσαν καλύτερη τύχη στην Αμερική και στην Γερμανία, “σήμερα δεν θα υπήρχε ο ελληνισμός της διασποράς που ξέρουμε όλοι τον θετικό και ουσιαστικό ρόλο που παίζει στην ανάπτυξη και στην ευημερία του τόπου μας”.

Απαντώντας σε εκείνους τους Ιεράρχες που ανησυχούν ότι κινδυνεύει να χαθεί η “καθαρότητα” της Ελλάδας και του Ελληνισμού σημειώνει: “Ο Ελληνισμός ποτέ δεν σκέφτηκε με κριτήρια αρίας φυλής να διαφυλάξει την φερεγγυότητα του ελληνικού πολιτισμού. Ο ελληνικός πολιτισμός έχει άλλα κριτήρια και άλλες αρχές, την ελευθερία του ανθρώπου και τον σεβασμό στην αξιοπρέπεια του ανθρωπίνου προσώπου, μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται διαχρονικά”.

Arthrografia: Δεύτε λάβετε φως που λένε..

Γιατί η μετανάστευση παραμένει ένα άλυτο πρόβλημα στη χώρα μας

Σεπτεμβρίου 7, 2009 Babis Petras Γράψτε ένα σχόλιο

 

Αφορμή μου έδωσε το άρθρο της Ιώννας Σωτήρχου στην Ελευθεροτυπία:   250.000 παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στη χώρα μας,  Δυο φορές χωρίς πατρίδα…   Γι αυτό θα ήθελα να του ρίξετε μια ματιά πριν διαβάσετε τα παρακάτω σχόλια.

Δείχνουμε τον μετανάστη αναζητώντας τον σύγχρονο Έλληνα..

Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις της δημοσιογράφου εν προκειμένω, ποιες είναι εκείνες οι άρρητες, βαθύτερες πεποιθήσεις που διαμορφώνουν τα διανοητικά εκείνα συμφραζόμενα εντός των οποίων διατυπώνεται το πρόβλημα των μεταναστών στη χώρα μας; Διότι πρόβλημα υφίσταται και μάλιστα μεγάλο, με ιδιαίτερη δυναμική, απροσδιόριστες ρίζες και απρόβλεπτες προεκτάσεις. 250.000 παιδιά γεννήθηκαν στην Ελλάδα, μαθήτευσαν στα σχολεία και φοιτούν στα ελληνικά πανεπιστήμια, μιλούν και σκέφτονται ελληνικά, τις περισσότερες φορές δηλώνουν Έλληνες αλλά δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως τέτοιοι. Δύο φορές χωρίς πατρίδα; Θα διόρθωνα ελάχιστα ωστόσο ουσιωδώς: υποκείμενα χωρίς επικράτεια, επομένως μη πολίτες σε έναν πλανήτη γεμάτο κράτη, άνθρωποι απροσδιόριστης πολιτικής ιδιότητας στα όρια του λαθραίου και του νόμιμου. Κι ταυτότητά τους: μετανάστης (2ης γενιάς).  Το πρόβλημα συνεπώς είναι ιδεολογικό, διότι δεν αναγνωρίζονται ως πολίτες, ως Έλληνες σε ένα συγκεκριμένο εθνικό κράτος-μέλος της ΕΕ.

Η αναγνώριση του προβλήματος ως πολιτικού, ιδεολογικού και όχι ως οικονομικού ή κάτι άλλο, είναι ίσως το σημαντικότερο βήμα. Η ερμηνευτική προτεραιότητα που δίδεται διαμορφώνει μια άποψη και παράλληλα αναδεικνύει τα πιθανάλάθη που οδηγούν στην αναπαραγωγή του προβλήματος. Συχνά ανακοινώνονται θέσεις και προτάσεις για το ζήτημα της μετανάστευσης με γνώμονα οικονομικά μεγέθη και αφομοιωτικές πρακτικές στη βάση μιας οικονομιστικής, απρόσωπης προσέγγισης. Γιατί όμως με τόσες οικονομικές διάνοιες δεν λύθηκε μέχρι σήμερα το πρόβλημα; Διότι το οικονομικό είναι μέρος του πολιτισμικού, σχηματίζεται εντός μιας ιδεολογίας, συνίσταται σε μια δομημένη πολιτική οντότητα και δεν είναι αυθύπαρκτο, δεν λειτουργεί ως το κυρίαρχο πεδίο συμβολικής παραγωγής σε μια κοινωνία. Με άλλα λόγια, η αποδοχή του διαφορετικού στη γειτονιά, στην κοινότητα, στην αγορά εργασίας, στο σχολείο και το κοινοβούλιο, εντός των συνόρων μας, δηλαδή μες το σπίτι μας, που εμείς ζούμε και μας ανήκει ό,τι έχει, δεν είναι οικονομικό ζήτημα. Ο τίτλος του «οικονομικού μετανάστη» είναι ακριβώς εκείνη η προσέγγιση του ελληνικού κράτους που οδήγησε στη δημιουργία και διόγκωση του προβλήματος, γι αυτό και ουδέποτε το έλυσαν οι οικονομολόγοι και τα golden boys της κάθε κυβέρνησης.  

Συνεπώς τι σημαίνει μετανάστης 2ης γενιάς: Σημαίνει έναν εξ ορισμού αποκλεισμό, μια άρνηση και μια απαγόρευση. Ο «μετανάστης» είναι μια θέση στη χώρα, στην κοινωνία υποδοχής. Στην Ελλάδα εκτός από προσωρινή είναι και μια σαφώς ιεραρχικά κατώτερη, ίσως και να αντικαθιστά την ίδια την «ανθρώπινη φύση». Τα παιδιά αυτά γεννήθηκαν σε έναν τόπο που η πατρίδα των γονέων τους μεταβολίζεται σε μια πολιτισμική αποσκευή η οποία τα οδηγεί στον αποκλεισμό, τους εγκλωβίζει και τους καταδικάζει σε αιώνιους μετανάστες. Η ταυτότητα του μετανάστη στα παιδιά που γεννήθηκαν στη χώρα μας είναι κυρίως ετεροπροσδιορισμένη. Κι αυτό διότι σήμερα μάλλον αναζητούμε τι κάνει έναν Έλληνα να είναι Έλληνας και όχι κάτι άλλο. Πώς λοιπόν φτάσαμε στο σημείο να παραμένει αυτή η κατάσταση άλυτη, γιατί τα πάντα γύρω από το θέμα είναι θολά και ρευστά; Το ελληνικό έθνος, στους όρους του οποίου οικοδομείται το ελληνικό εθνικό-κράτος δεν αποτέλεσε τελικά μια πολιτική οντότητα, δηλαδή δεν συγκροτήθηκε ως μια φαντασιακή κοινότητα πολιτών. Σε μια τέτοια περίπτωση τα κριτήρια συμμετοχής στην εθνική ομάδα θα ήταν ποιο λιτά, όσοι κατοικούν στην επικράτεια που επαναστατικά κερδήθηκε, και το επιθυμούν, είναι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες, ίσοι μεταξύ τους σε μια δημοκρατία. Το ελληνικό έθνος προσλήφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως ιστορικό, πολιτισμικό έθνος και τα κριτήρια συγκρότησής του σε βασίλειο και της συμμετοχής σε αυτό παρέμειναν ασαφή και εναλλασσόμενα κατά περιόδους· η ιδέα της ιδιαίτερης καταγωγής από μια κλασική αρχαιότητα, η γλώσσα, η θρησκεία κλπ.

Η νομική μετάφραση όλων αυτών ώστε να διατυπωθούν συνταγματικά τα κριτήρια της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη δεν ήταν και ως φαίνεται παραμένει, ένα σοβαρό πρόβλημα. Στις μέρες μας μάλιστα, που το μεταναστευτικό φαινόμενο και οι υπερεθνικοί φορείς ακμάζουν, τα κριτήρια συμμετοχής σε μια εθνική ομάδα τίθενται υπό συζήτηση. Στο έθνος-κράτος, το εθνικό συλλογικό υποκείμενο αυτοδιοικείται, καταναλώνει τα πεπερασμένα αγαθά της επικράτειάς του, εισάγει και εξάγει, απολαμβάνει την παράδοση και την πολιτισμική κληρονομιά του από την οποία αντλεί τα απαραίτητα συστατικά της ταυτότητάς του. Ο έλληνας πολίτης είναι γεννημένος έλληνας, από Έλληνα πατέρα (διότι πάντα παίζει κι η ανωτερότητα του φύλου) και κατάγεται από την αρχαία Ελλάδα, το βυζάντιο, και τους αρματολούς του ‘21. Τι από όλα τα παραπάνω έχουν τα παιδιά των μεταναστών, απολύτως τίποτε. Πρόκειται για πολιτική αναγνώριση, μια πολιτική ταυτότητα η οποία εδράζεται σε ένα εθνικό συλλογικό υποκείμενο το οποίο αν δεν διακρίνει τον ξένο, δεν υφίσταται. Η διάκριση και ο αποκλεισμός είναι συστατικά στοιχεία του.

Στο πλαίσιο βέβαια της ΕΕ, τέτοιου είδους ιδέες και διατυπώσεις δεν μπορούν να φιλοξενηθούν, δε συνάδουν με το όραμα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης η οποία σχεδιάστηκε ακριβώς μετά την οικονομική συνεργασία ως ένα παραπάνω βήμα που αφορά πλέον τη συλλογική συνείδηση των πολιτών της. Από αυτή την ολοκλήρωση πηγάζουν έννοιες και φυσικά οδηγίες όπως «ανθρώπινα δικαιώματα», «πολιτικές μετανάστευσης», «θεσμικά δίκαια», κλπ. Κι εδώ, έχουμε να κάνουμε με το διττή «φύση» του σύγχρονου ελληνικού έθνους-κράτους, αυτή τη διαρκή εσωτερική σύγκρουση: Από τη μία το υποτίθεται επιθυμητό ευρωπαϊκό προφίλ ενός δυτικού τύπου κράτους και από την άλλη το αόριστο και επιπόλαιο της εσωτερικής κουλτούρας, μια κουλτούρας που οδήγησε σε πολιτικές πρακτικές και λόγους αμιγώς για εσωτερική κατανάλωση η οποία θα συνεχίσει να ικανοποιεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τον εθνικό εγωισμό προσφέροντας το άλλοθι στην πολιτική κατάντια και ξευτίλα των σύγχρονων Ελλήνων. Καπου στη μεση, μετέωρο εντός της ασάφειας του ελληνικού ιδεώδους διατηρείται άλυτο το μεταναστευτικό  στη χώρα μας.

Ομολογουμένως, αισθάνομαι κι εγώ κάπως αμήχανα στη θέαση τόσων μεταναστών στην πατρίδα μου, δεν μπορώ να το αποκρύψω, το βιώνω, αυτό όμως δεν πρέπει να εμποδίζει κανέναν μας να παραδεχτεί και να ερμηνεύσει τις συνθήκες που δημιουργούνται οι ανασφάλειές μας.

Αιμορραγούσα κοινωνία- ψυχορραγούσα πολιτεία : έθνος νεκρό!

Δεκεμβρίου 12, 2008 Babis Petras 1 Σχολιο

Της Μάρως Σιδέρη

Το 2008  Ελλάδα δεν υπάρχει. Ή μάλλον το 2008 συνειδητοποιήσαμε ότι Ελλάδα δεν υπάρχει. Δεν είναι σαφές  τι είναι αυτό το μόρφωμα που ζει στο νοτιότερο τμήμα της βαλκανικής χερσονήσου, μα είναι σαφές ότι  δεν έχει σχέση με την Ελλάδα όπως τη γνώριζε ο κόσμος, όπως την οικοδόμησε το παρελθόν της, όπως την κρατά στη μνήμη της η ιστορία, τελικά δεν έχει σχέση με κράτος, με έθνος, με οργανωμένη κοινωνία. Μολονότι η φράση αυτή ακούγεται υπερβολική και προκαλεί οργή, η πραγματικότητα  αποδεικνύει ότι είμαστε Έλληνες μιας Ελλάδας που έχει πεθάνει.

 Κι εξηγούμαι: Η Πατρίδα  δεν είναι τρισύλλαβη λέξη, αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Είναι «ο τόπος όπου γεννιέται κάτι – το κοινό έθνος και το σύνολο των αξιών που συνδέονται μ’ αυτό- ο λαός και η πολιτεία μιας χώρας» (Μπαμπινιώτης Λεξικό).  Για να υπάρξει επομένως μια πατρίδα θα πρέπει πρώτιστα να υπάρξει ως Ιδέα, ως κράτος, ως λαός και ως έθνος, να υπάρχει τελικά  ως σύνολο ανθρώπων που παρά τις διαφωνίες τους και τα επιμέρους συμφέροντα τους έχουν ως κοινό ύψιστο στόχο την πρόοδο τους ως μια ολότητα. Εδώ και πολύ καιρό η Ελλάδα δεν έχει αυτή τη μορφή. Η νέο-Ελλάδα δεκαετίες τώρα, (με μια εξαίρεση, που μοιάζει με κύκνειο άσμα,  το καλοκαίρι της Ολυμπιάδας) παρουσιάζεται ως ένα σύνολο συγκρουόμενων ομάδων που δεν έχουν μπει στη διαδικασία να βρουν κώδικες επικοινωνίας, ή – πολύ περισσότερο- δεν είχαν ποτέ ως κοινό ύψιστο στόχο το καλό του συνόλου ως συνόλου , αλλά μονάχα του συνόλου με την στενή έννοια των δικών τους οπαδών ή μελών. Αυτές οι κοινωνικό-πολιτικές δυνάμεις σύγκρουσης που στόχο έχουν η μια την εξόντωση της άλλης  ήταν η Ελλάδα από τη μεταπολίτευση και εξής: Κόμματα και πρόσωπα που μπαίνουν στη Βουλή μηχανιστικά, όχι λόγω ουσιαστικών θέσεων αλλά κυρίως εξαιτίας της πολιτικής   αδράνειας, κοινωνικές ομάδες και μέσα ενημέρωσης που συμπεριφέρονται ως κομματικά ή επιχειρηματικά φερέφωνα, εργοδότες που απαξιώνουν τον εργαζόμενο και εργαζόμενοι που απαξιώνουν τον εργοδότη, άνθρωποι που προτιμούν να είναι όχλος παρά πολίτες, δάσκαλοι που προτιμούν να είναι υπάλληλοι παρά λειτουργοί, γονείς που προτιμούν να είναι φίλοι παρά γονείς και φίλοι που προτιμούν να καθοδηγούν παρά να συντροφεύουν, εκκλησία που σιωπά όταν πρέπει να φωνάξει και φωνάζει όταν πρέπει να σιωπά, νόμοι που γίνονται μόδα και μόδες που γίνονται νόμος. Χρόνια τώρα  στην Ελλάδα δεν υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία στην  οικογένεια, στο σχολείο, στη γειτονιά, στην πόλη, στην εκκλησία, στην εργασία, στα συνδικάτα, στα κόμματα, στη Βουλή: Μπροστά σε  όλα τα προβλήματά μας, τα οικονομικά, τα ταξικά, τα εργασιακά, τα εθνικά, τα εκκλησιαστικά τα ηθικά, τα εκπαιδευτικά, τα οικογενειακά,  κανένας δεν ακούει κι όλοι φωνάζουμε, κανένας δεν ενδιαφέρεται και όλοι διεκδικούμε, κανένας δεν προσφέρει κι όλοι απαιτούμε, κανένας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί κι όλοι αναζητούμε  υπεύθυνους, κανένας δεν απολογείται και όλοι κατηγορούμε.

Η εν ψυχρώ (σύμφωνα με το κατηγορητήριο) εκτέλεση ενός 15χρονου παιδιού από έναν ειδικό φρουρό- που χρονικά συνέπεσε με μια περίοδο σκανδάλων και οικονομικής παρακμής- αποκάλυψε βίαια  τα αποτελέσματα των μακροχρόνιων επιλογών μας. Η αδυναμία όλων των πλευρών της κοινωνίας να αντιληφθούμε τις θέσεις των συμπολιτών μας  με τους οποίους δε συμφωνούμε (διαδικασία επώδυνη αλλά απολύτως απαραίτητη για να λειτουργήσει η δημοκρατία), αλλά και η αμφίδρομη προσπάθεια  να τους φιμώσουμε και να μας φιμώσουν για να μην μας ενοχλούν και να μην τους ενοχλούμε, έχει πια  προκαλέσει ακατάσχετη  αιμορραγία στην κοινωνία μας, αιμορραγία από την οποία το Κράτος, ο λαός, το έθνος, ως κάθε ζωντανός οργανισμός, πεθαίνει ( αν δεν έχει πια αφήσει την τελευταία του πνοή):  είναι σαφές ότι δημοκρατία δεν υπάρχει  (αν υπήρχε, θα αισθανόμαστε την ασφάλεια και τη δύναμή της), νόμοι δεν υπάρχουν (αν υπήρχαν θα εφαρμόζονταν για όλους) κράτος δεν υπάρχει ( αν υπήρχε θα λειτουργούσε άμεσα), σεβασμός στον πολίτη δεν υπάρχει (αν υπήρχε τα κόμματα δε θα προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν ψηφοθηρικά την κάθε τραγωδία), σεβασμός στο συνάνθρωπο δεν υπάρχει ( αν υπήρχε ο αστυνομικός θα σεβόταν τη ζωή του κάθε αντιδραστικού παιδιού, και ο κουκουλοφόρος θα σεβόταν τη ζωή και την περιουσία του κάθε εργαζόμενου πολίτη). Είναι σαφές ότι οικογένεια δεν υπάρχει ( αν υπήρχε οι γονείς δε θα ταυτίζονταν μόνο με τους γονείς του θύματος αλλά και μ’ αυτούς των θυτών), Παιδεία δεν υπάρχει (αν υπήρχε δε θα είχαμε τέτοιας έντασης γεγονότα) λαός αντιδρών δεν υπάρχει ( αν υπήρχε, κάθε κατεργάρης από τους παραπάνω θα είχε γυρίσει στον πάγκο του).  Επομένως- όσο κι αν δεν αρέσει μια τέτοια ομολογία- η Ελλάδα  υπάρχει ως ανάμνηση και ως ιστορικό δεδομένο αλλά όχι ως ζωντανός οργανισμός.  Τι υπάρχει; Έκρηξη βίας καλυμμένη πίσω από μια στολή και δεκάδες κουκούλες, χυδαία εκμετάλλευση μιας τραγωδίας, κρατική, πολιτική και κοινωνική αναλγησία, κρατική, πολιτική και κοινωνική υποκρισία, τελικά σήψη και η θέα σκουληκιών που, όπως συμβαίνει πάντα, έχουν λόγο ύπαρξης και φωνή μόνο γύρω από ένα πτώμα. Ζούμε σε μια κοινωνία που αιμορραγεί, σε ένα κράτος που ψυχορραγεί, πολίτες χωρίς δύναμη, χωρίς θέληση, χωρίς αίσθηση καθήκοντος χωρίς φιλοσοφικό υπόβαθρο και τελικά χωρίς ουσιαστική ηθική. Είμαστε έθνος νεκρό και μέχρι να αναστηθούμε, ο Παρθενώνας θα είναι η μοναδική Ελλάδα που η υφήλιος θα θέλει και θα αξίζει να ξέρει…

Η αποδοχή της διαφορετικότητας και η Δημοκρατία ως έξη

Νοεμβρίου 28, 2008 Babis Petras Γράψτε ένα σχόλιο

Στη δημόσια ζωή της χώρας διατηρούνται τα τελευταία χρόνια ιδέες, νοητοί χώροι και σκέψεις που έχουν διαμορφωθεί ως επίδικα αντικείμενα, ακόμη χειρότερα ως επιλογές που έχουν εξοριστεί στα όρια της προκατάληψης. Αναφέρομαι κυρίως στην ιδέα και την κοινότητα του έθνους-κράτους και της θρησκείας που μας ταλαιπωρούν και πάλι τους τελευταίους μήνες. Μοιάζει δύσκολο να προσεγγίσει κανείς θεσμούς ή πολιτικούς σχηματισμούς ως απρόσωπα κι αυτόνομα πεδία διότι έχουν φορείς με πρόσωπο και όνομα ωστόσο φρονώ πως είναι χρήσιμο να ξεκαθαρίζουν ενίοτε και οι καθαυτές, βραδύτερα μεταβαλλόμενες μονάδες οργάνωσης της κοινωνίας μας. Το έθνος και η θρησκεία στην Ελλάδα αποτελούν δύο ισχυρές πολιτισμικές ταυτότητες οι οποίες βέβαια αναγνωρίζονται και αναφορικά με την πολιτική οργάνωση του πληθυσμού, αυτή η διάσταση με ενδιαφέρει σε αυτές τις γραμμές.

Για τα παιδιά που γεννήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η στάση τους απέναντι σε αυτές τις ιδέες και τα συστήματα εξουσίας δεν έχει πολλές εναλλακτικές. Για μια σειρά από ποικίλα κίνητρα και λόγους, ένας νέος στέκεται αδιάφορος, αδιάβαστος και άσχετος  με όλα αυτά, παραμένοντας σε μία σφαίρα στην οποία λειτουργεί παθητικά ή εντάσσεται σε σχεδόν φανατικές εκδοχές: από την απόλυτη ταύτιση με βίαιες αντιδράσεις τόσο σε τρίτους όσο και σε εσωτερικούς με άλλες απόψεις, έως την απόλυτη αποβολή των ιδεών του έθνους και της θρησκείας ως μια επιλογή πολιτικής ελευθερίας. Δεν θα εμπλακώ αυτή τη στιγμή στο ποιος έχει λιγότερη σχέση με την πραγματικότητα, θα σταθώ όμως στο ζήτημα της αποδοχής. Και στις τρεις γενικές περιπτώσεις κανένας δεν μπορεί να δεχτεί τη διαφορετικότητα σε μια συλλογικότητα όπως ο πολιτικός σχηματισμός που όλοι ζούμε, δηλαδή την ελληνική πολιτεία.

Alexis de Toqueville

Alexis de Toqueville

Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα δημιουργείται στην απουσία συλλογικής συνείδησης του ζην και πράττειν από κοινού με άλλους, πολλές φορές διαφορετικούς ανθρώπους. Φαίνεται αδύνατο να αναγνωριστεί μια φαντασιακή κοινότητα ευρύτερη από μία ομάδα με πολιτικές αρχές που κυρίως αποκλείουν παρά ενώνουν. Με άλλα λόγια, οι νέοι δεν έχουν εκπαιδευτεί σε δημοκρατικές πρακτικές όπου κανείς δεν θα επιβάλλει τα άκρα αλλά θα λειτουργεί συλλογικά, αποδεχόμενος την διαφορετικότητα. Τα άκρα δεν μπορούν εξ’ ορισμού να συντηρήσουν μια κοινωνία, είναι όμως προϊόντα έλλειψης δημοκρατικής παιδείας, δηλαδή αλληλεγγύης, συζήτησης, αμοιβαιότητας και συνεργασίας. Ο καθένας μπορεί να δεχτεί τις θρησκευτικές αντιλήψεις του συμπολίτη του όπως και τις ιδιαίτερες θέσεις απέναντι στην εθνική του ταυτότητα αρκεί να μην επικρατούν οι φανατισμοί. Όλοι στον κοινό παρονομαστή του Πολίτη της Ελληνικής Δημοκρατίας, μπορούν δράσουν από κοινού προς το συμφέρον μιας ευρύτερης ομάδας από εκείνη των άκρων.

Αναφέρομαι στους νέους διότι η νέες γενιές είναι εκείνες που κάθε φορά μπορούν να διαμορφώσουν την ανατροπή. Δυστυχώς έχει επικρατήσει στη χώρα μας ένα φαύλο πολιτικό σύστημα το οποίο αμύνεται με επιτυχία σε κάθε είδους ορθολογική σκέψη και εκδημοκρατισμό του. Επομένως η λύση είναι η συμμετοχή της νεολαίας σε συλλογικές πρωτοβουλίες που λειτουργούν στις αρχές της δημοκρατίας, της μετριοπάθειας, της αμοιβαιότητας, της συμφωνίας και της αλληλεγγύης. Έτσι θα ανατραπούν από τα κάτω, η φαυλότητα, η υπερβολή και η άγνοια, για πρώτη φορά ίσως στην πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους.