Archive for Ιούνιος, 2008
Άδεια γήπεδα ..άδειες καρδιές
Πριν μερικές μέρες ολοκληρλωθηκες το Πανελλήνιο Πρωτλαθλημα Στίβου Ατόμων με Αναπηρία στο ολυμπιακό κέντρο στο Μαρούσι και την περασμένη τρίτη το αντίστοιχο Πρωτάθλημα Κολύμβησης. Οι αθλητές που συμμετείχαν έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό καθώς το τουρνουά αποτέλεσε την ευκαιρία να φτάσουν τις προαπαιτούμενες επιδόσεις για τους παράλληλους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Πεκίνο.
Προπονητές, αθλητές και ο Πρόεδρος της Εθνικής Ομοσπονδίας Αθλητισμού Ατόμων με Αναπηρία δήλωσαν έτοιμοι για το Πεκίνο και εύχονται στην επόμενη Ολυμπιακή συνάντηση να έχουμε περισσότερους αθλητές από την Ελλάδα. Όλοι οι σύλλογοι ήταν εκεί, κανείς άλλος όμως εκτός από την ΕΤ3, κανείς και στις εξέδρες. Οι αθλητές δήλωσαν την απογοήτευσή τους για την παντελή αδιαφορία του κοινού..
Κύριοι είμαστε αδικαιολογήτως απόντες και η ηθική μας απαξία δεν ξεπλένεται με καμμία ποινή, άδεια τα γήπεδα, άδειες και οι καρδιές των αθλητών. Το 2011 οι Special Olympics θα φιλοξενηθούν στην Αθήνα, προλαβαίνουμε να αποκτήσουμε κοινωνική συνείδηση και αγάπη;
ΜΠ
..Από μέσα τα έλεγε ο Καραμανλής στη συνέντευξη τύπου στις Βρυξέλλες
Εντύπωση μου προκάλεσε και απορία η δεινή ικανότητα του Καραμανλή να διαβάζει δελτία ειδήσεων, θα μπορούσε άνετα μετά την αποτυχημένη πολιτική του καριέρα ως πρωθυπουργός να παρουσιάζει το δελτίο του άλτερ.. Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων απαντούσε διαβάζοντας και κοιτώντας σε άριστη αναλογία κείμενο και κάμερα. Ήταν τόσο στημένη η παρουσίαση από τον Θόδωρο που αν παρατηρούσε κανείς το πάνελ θα νόμιζε ότι παρακολουθούσε σατυρική εκπομπή με κούκλες, πιστεύω να θυμάστε τέτοιου είδους εκπομπές με ομοιοματα πολιτικών προσώπων.
Προσέξτε το βίντεο, ο Καραμανλής δε συμβουλεύεται σημείωσεις για τα θέματα που απασχόλησαν το συμβούλιο αλλά κάνει μια κανονική, ολοφάνερη ανάγνωση κειμένου με συντακτική και υφολογική δομή! Αυτή η ανάγνωση των απαντήσεων δυστυχώς προκαλεί τα εξής ερωτήματα:
- Είναι όλη η παρουσίαση ένα καλοστημένο περφόρμανς με ελάχιστες εξαιρέσεις δημοσιογράφων;
- Είναι τόσο διαβασμένος ο Ρουσόπουλος που περιμένει τις απαντήσεις και τόσο άχρηστοι οι δημοσιογράφοι που δεν μπορούν να διατυπώσουν περισσότερο αποτελεσματικές ερωτήσεις;
- Ούτως ή άλλως θα μας πει αυτά που έχει σημειώσει ό,τι και να τον ρωτήσουν;
Όταν συμμετέχει κανείς σε ένα τόσο σημαντικό Συμβούλιο, ένα Συνέδριο ακόμη και μια απλή ημερίδα, αν πραγματικά συμμετέχει και το βιώνει τότε γνωρίζει πολύ καλά, λίγα λεπτά μετά τη λήξη του, όλα όσα συνέβησαν. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα για το Συμβούλιο υπάρχουν ήδη μέσα στο κεφάλι κάθε συμμετέχοντα εκτος αν ο Καραμανλής μόνο να διαβάζει ό,τι του δίνουν ξέρει, αποτελεί δηλαδή ένα προϊόν δημοσίων σχέσεων χωρίς περιθώρια διανοητικών πράξεων του ιδίου.
Το γελοίο της παράστασης είναι ότι διάβαζε απαντήσεις και για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής όπως για το σκάνδαλο της Siemens… Δε γαμιέστε κύριοι πολιτικοί της ελληνικής δημοκρατίας, να πηδήξουμε μαζί και τους κομματικούς μηχανισμούς σας και τα επιτελεία σας.
ΜΠ
Η έννοια του Πολιτισμού και οι επιρροές της στην ιστορική μελέτη της “τάξης”.
Το κείμενο θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως απάντηση στην κ. Παπαρήγα και το κόμμα της. Όταν με αφορμή το σκάνδαλο της Siemens μίλησε για “σάπιο σύστημα” αναρωτήθηκα πόσο σάπιο είναι τελικά αυτό το σύστημα όταν το καταγγέλουν σαπισμένα κεφάλια.. λίγα λόγια για την έννοια της τάξης και την μελέτη της. Βέβαια δε λύνω κάτι που έχει λυθεί,ανασκόπηση κάνω, δυστυχώς όμως δεν αρθρώνονται τέτοιες φωνές στο δημόσιο πολιτικό χώρο κι αυτό είναι ένα άλλο θέμα που με προβληματίζει: η ακινησία της νέας γενιάς που είναι αποτέλεσμα της αυτοπεριθωριοποίησης των καθηγητών της.
Εισαγωγή
Οι μετά-δομιστικές προσεγγίσεις στην ιστοριογραφία και η κριτική στο δομισμό σε ευρύτερο επιστημολογικό επίπεδο είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το ρεύμα της Συμβολικής Ανθρωπολογίας και συγκεκριμένα με το έργο του Clifford Geertz. Ο τρόπος με τον οποίο διαπραγματεύεται την έννοια του πολιτισμού σηματοδότησε μια σειρά από αναθεωρήσεις σε μεθοδολογικό και θεωρητικό επίπεδο· επηρέασε τη κοινωνική ιστορία τόσο στον καθαυτό προσδιορισμό του αντικειμένου της, δηλαδή την «κοινωνική τάξη» και την «ταξική συνείδηση» όσο και στη μέθοδο προσέγγισης των κοινωνιών του παρελθόντος. Ουσιαστικά το σχήμα αυτής της ανταλλαγής μεταξύ των πειθαρχιών μπορεί να περιγραφεί ως η μετατόπιση από τις υλιστικές προσεγγίσεις και τον αναγωγισμό, τον επικαθορισμό της οικονομίας και την αναγωγή σε αυτή ως η φυσική και οικουμενική τάξη πραγμάτων προς την ιστορικότητα, την ένταξη της ίδιας της έννοιας της τάξης στο πολιτισμικό της πλαίσιο, προς την προσέγγιση της τάξης ως μία ακόμη ταυτότητα που συγκροτείται ιστορικά μέσα από το λόγο.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια σχέση επικαθορισμού της Ιστορίας από την Ανθρωπολογία. Κι αυτό διότι αφενός η κοινωνική και νέα κοινωνική ιστορία δεν αποτελεί μια αμετακίνητη πειθαρχία, ήδη από το 1963 ο E.P. Thompson πρότεινε νέες κατευθύνσεις στην έρευνα για την έννοια της τάξης αφετέρου η μέθοδος και οι ιδέες του C.Geertz ανήκουν σε μια άλλη πειθαρχία και η μεταφορά τους δεν θα μπορούσε παρά να γίνει με όρους των ίδιων των ιστορικών. Ο William H. Sewell στο Logics of History , αναφέρεται στη σχέση των κοινωνικών επιστημών και της ιστορίας με την κοινωνική θεωρία, τονίζοντας ότι από τη δεκαετία του 1970 η σχέση αυτή είναι μιας σχέση ανταλλαγής και όχι επιρροής της Ιστορίας από την Ανθρωπολογία. Η ιστοριογραφία των τελευταίων δεκαετιών, στη βάση ακριβώς της έννοιας της χρονολόγησης, του ιστορικού πλαισίου αλλά και με την έμφαση στον λόγο των πηγών, συνέβαλλε στον κάθε φορά προσανατολισμό της κοινωνικής θεωρίας.
Η παρούσα εργασία αποτελεί μια ανασκόπηση αυτής ακριβώς της μετατόπισης του παραδείγματος προς την πρόσληψη της τάξης ως πολιτισμικά συγκροτημένης ταυτότητας, δηλαδή προς μια πολιτισμική ιστορία. Συγκεκριμένα η εργασία διαρθρώνεται σε δύο ενότητες ως εξής: Αρχικά πραγματοποιείται μια μερική περιγραφή του «παρελθόντος» της νέας κοινωνικής ιστορίας, από το μαρξιστικό δόγμα μέχρι τις μελέτες για το φύλο και την τάξη. Κι αυτό ακριβώς γιατί η πολιτισμική ιστορία δεν αποτελεί μια παρθενογένεση ούτε ένα αποκλειστικό παράγωγο της Ανθρωπολογίας. Στη δεύτερη ενότητα περιγράφονται οι βασικές αρχές στο έργο του C.Geertz και η επιρροή του στους ιστορικούς με χαρακτηριστικό παράδειγμα το έργο του William H.Sewell JR.
Α΄
Από την Μαρξιστική παράδοση έως τα τέλη του 1980, μια σύντομη αφήγηση
Η κοινωνική ιστορία αναπτύχθηκε στη βάση της μαρξιστικής παράδοσης όπου η έννοια της τάξης γινόταν αντιληπτή ως μία, οικουμενική και αυθύπαρκτη. Για τους Μαρξιστές, η «τάξη» αποτελεί μια αντικειμενικά υπάρχουσα κατηγορία η οποία ταξινομεί τις κοινωνικές ομάδες και προκύπτει από τη σχέση τους με τα μέσα παραγωγής. Πρόκειται για αναγωγή στη σφαίρα του οικονομικού η οποία εμφανίζεται δεδομένη και να επικαθορίζει τα πάντα στην κοινωνική πραγματικότητα . Την ίδια στιγμή η «ταξική συνείδηση» τοποθετείται στο εποικοδόμημα, επικαθορίζεται και αυτή από το οικονομικό και φαίνεται αναπόφευκτη· τα υποκείμενα υπάρχουν μόνο ενταγμένα στην κοινωνική τάξη, στη βάση αυτή η τάξη είναι αχρονική. Με τη σειρά της η «ταξική συνείδηση» είναι εκείνη που, προχωρώντας στο μαρξιστικό μοντέλο, θα οδηγήσει στην πάλη των τάξεων ώστε να εκπληρωθεί ρόλος της τάξης σε έναν τελεολογικό άξονα ιστορικής εξέλιξης. Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο οι μελέτες της εργατικής τάξης αφορούσαν την ιστορία των εργατικών σωματείων και του συνδικαλισμού, την ιστορία των εργατικών στρωμάτων, βιογραφίες αρχηγών των εργατών και το σοσιαλιστικό δόγμα .
To 1963, ο E. P. Thompson με το έργο του The Making of the English Working Class έθεσε σε νέα τροχιά την κοινωνική ιστορία και τη συζήτηση γύρω από την μέχρι τότε οικουμενική, αυθύπαρκτη κατηγορία της τάξης. Στην πραγματικότητα, έθεσε για πρώτη φορά το θεμελιώδες ζήτημα της ιστορικής έρευνας στην κοινωνική θεωρία, το εμπειρικό υλικό δεν προσέφερε τις απαιτούμενες ιστορικές αναφορές δημιουργώντας ερωτήματα για την απουσία πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης των εργατών.
Ο Thompson συλλέγοντας μεγάλο όγκο «εθνογραφικού» υλικού: λαϊκές πολιτικές παραδόσεις, τελετουργίες από τον εργασιακό χώρο, ανώνυμα απειλητικά γράμματα κλπ, άνοιξε το δρόμο για το κυριότερο ιστοριογραφικό παράδειγμα των τελευταίων 20 ετών, την “ιστορία από τα κάτω”, αφού με το υλικό αυτό μετατόπισε το αντικείμενο προς τα ευρύτερα στρώματα των εργατών που μέχρι τότε παρέμεναν σιωπηλά.
Η δουλειά του, αν και με ρητές τις μαρξιστικές του καταβολές, αποτελεί την πρώτη κριτική στον οικονομικό ντετερμινισμό. Ο ιστορικός ασκεί κριτική στο μεγαλύτερο μέρος του μαρξιστικού θεωρητικού σχήματος η οποία προκύπτει από την ίδια την ιστορική έρευνα του ζητήματος, έρευνα που απουσιάζει στους μαρξιστές θεωρητικούς. Η κοινωνική τάξη για τον Thompson συγκροτείται, προκύπτει ιστορικά, είναι ένα ιστορικό φαινόμενο. Ως ιστορική κατηγορία προκύπτει από την παρατήρηση της κοινωνικής διαδικασίας στο χρόνο· είναι τα ιστορικά γεγονότα που αποκαλύπτουν κανονικότητες οι οποίες ανταποκρίνονται σε ανάλογες καταστάσεις που, με τη σειρά τους, συνιστούν το πρώτο στάδιο σχηματισμού της τάξης και οδηγούν στη δημιουργία θεσμών και μιας κουλτούρας με ταξικές αναφορές. Η τάξη έχει ένα εμπειρικά παρατηρήσιμο περιεχόμενο που διαμορφώνεται στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο του 19ου αιώνα, τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Ενταγμένη στο ιστορικό πλαίσιό της, ως αναλυτική κατηγορία δεν συνιστά αναχρονισμό καθώς για τον Thompson η τάξη είναι παρούσα στη συγκρότησή της. Εδώ θα μπορούσε να σημειωθεί μια απόπειρα να αναδειχθεί η τάξη ως κατηγορία των ίδιων των υποκειμένων, μια ιθαγενής κατηγορία; η πρωτοκαθεδρία της βιωμένης εμπειρίας δεν επιτρέπει ένα τέτοιο άλμα.
Επομένως, αρχικά ασκείται έλεγχος στην αοριστία και αχρονικότητα της έννοιας, δεν αναγνωρίζεται στην τάξη μια δομημένη, ακίνητη ολότητα στην οποία τα υποκείμενα αφομοιώνονται. Με άλλα λόγια δεν πρόκειται για μια οικουμενική κατηγορία ωστόσο, η αναγωγή στην εμπειρία προδίδει τους περιορισμούς στην πρόταση του Thompson, «η τάξη συμβαίνει καθώς άνδρες και γυναίκες βιώνουν τις σχέσεις παραγωγής, καθώς βιώνουν αυτές τις καθοριστικές καταστάσεις εντός του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων, με την κληρονομημένη κουλτούρα και τις προσδοκίες της ζωής, και καθώς διαχειρίζονται αυτές τις εμπειρίες με τους οικείους πολιτισμικά τρόπους» . Η ταξική κουλτούρα (the culture of class) είναι το σύστημα αξιών στο οποίο κοινωνικοποιείται το υποκείμενο σε ορισμένο χώρο, χρόνο και κοινωνικό περιβάλλον. Κι αυτή, όπως η ίδια η τάξη, δεν υπάρχει αλλά συγκροτείται σε σχέση με μία άλλη, ανταγωνιστική, δεν μπορεί να κατανοηθεί η ταξική κουλτούρα αν δε χρησιμοποιηθεί η διαλεκτική των ανταγωνισμών.
Το περιεχόμενο του έργου του Thompson εν τέλει φαίνεται να έχει αποκλίσεις από όσα προαναγγέλλει στον πρόλογό του. Η σχέση του με την έννοια του πολιτισμού είναι ανύπαρκτη ενώ είναι απόλυτα συνδεδεμένος με την «εμπειρία» ωστόσο, όπως ο ίδιος ο Sewell JR έχει γράψει: το κείμενό του αποτελεί υποχρεωτικά το σημείο έναρξης για κάθε σύγχρονη συζήτηση για την ιστορία της συγκρότησης της εργατικής τάξης. Η ευρύτερη μετατόπιση και αναζωογόνηση της ιστορίας της εργασίας τις τελευταίες δύο δεκαετίες είναι δυνατόν να αναγνωσθεί ως ένας διάλογος με τον Thompson . Η πορεία αυτής της μετατόπισης του ενδιαφέροντος πραγματοποιήθηκε στον άξονα διαλόγου της Ιστορίας και της Ανθρωπολογίας τα χρόνια που ακολούθησαν, με κυρίαρχο σημείο αναφοράς την προσφορά του C. Geertz.
Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες η θεωρητική πρόταση του Thompson δέχθηκε ισχυρή κριτική με κορύφωση τα τέλη της δεκαετίας του 1980 που πλέον η τάξη προσλαμβάνεται ως μια ταυτότητα ιστορικά συγκροτημένη σε συγκεκριμένο πολιτισμικό σύστημα, σε ορισμένο χώρο και χρόνο. Η απόπειρα μετατόπισης από τον οικονομικό αναγωγισμό στο πεδίο του κοινωνικού άνοιξε το δρόμο για περαιτέρω ερωτήματα αρχικά από τη φεμινιστική ιστοριογραφία. Οι φεμινίστριες ιστορικοί τάχθηκαν στην έρευνα για να αναδείξουν τις σχέσεις εξουσίας που προκύπτουν από τον κατά φύλα καταμερισμό της εργασίας, να διευρύνουν το περιεχόμενο της εργασίας και στις μη αμειβόμενες μορφές της. Η θεωρία για το κοινωνικό φύλο έθεσε νέους άξονες στην κοινωνική ιστορία. Η τάξη παρουσιαζόταν ως οικουμενική κατηγορία ενώ ήταν μία ανδρική κατασκευή, η φεμινιστική κριτική με κύρια εκπρόσωπο την Joan W.Scott, φώτισε ακριβώς αυτή την μη ορατή θέση των γυναίκες οι οποίες μέχρι τότε αντιμετωπίζονταν ως σύζυγοι, μητέρες και κόρες των ανδρών εργατών. Το ερώτημα ήταν πλέον το εξής: Με ποιο τρόπο η εμπειρία του Φύλου επηρεάζει τις μορφές ταξικής συνείδησης ; Η συμμετοχή των γυναικών στη συγκρότηση της τάξης είναι πολύπλευρη ωστόσο αφανής καθώς η τάξη φαίνεται να συγκροτήθηκε στον κυρίαρχο λόγο ως αρσενική. Στην πραγματικότητα η ένταξη του φύλου στην ταξική συγκρότηση αμφισβητεί ακόμη περισσότερο το ήδη προβληματικό σχήμα του Thompson και οδηγεί σε νέα ερωτήματα τα οποία συνδιαμορφώνονται και απαντώνται από τον ανοιχτό πλέον διάλογο μεταξύ της Ιστορίας και της Ανθρωπολογίας.
Β΄
1. Οι θεμελιώδεις παραδοχές του Clifford Geertz και η σχέση του με τους Ιστορικούς
Πολύ γενικά αλλά θεμελιακά, ο πολιτισμός είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για συλλογικές ταυτότητες . Ο C.Geertz είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρωπολόγους του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα και θεωρείται ο «πρεσβευτής της Ανθρωπολογίας» . Μια περιγραφή των βασικών ιδεών του είναι χρήσιμη προτού δούμε ειδικότερα τη σχέση των δύο εννοιών του πολιτισμού και της τάξης.
Ο πολιτισμός για τον Geertz, γίνεται αντιληπτός ως ο τρόπος με τον οποίο τα ίδια τα υποκείμενα ταξινομούν τον κόσμο σε νοητικές κατηγορίες, είναι ένα ταξινομικό σύστημα σημασιών και αντιλήψεων οι οποίες εκφράζονται με συμβολική μορφή. Συγκεκριμένα, επηρεασμένος από τον Max Weber πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι ένα ζώο αιωρούμενο σε έναν ιστό σημασιών που το ίδιο έχει υφάνει και όρισε τον πολιτισμό ως αυτόν ακριβώς τον ιστό και κατά συνέπεια την ανάγνωσή του όχι μια εμπειρική επιστήμη σε αναζήτηση νόμου αλλά μια ερμηνευτική επιστήμη σε αναζήτηση νοήματος. Με μια σημειωτική έννοια του πολιτισμού, ο Geertz αναζητά την ερμηνεία αναλύοντας επιφανειακά αινιγματικές, κοινωνικές εκφράσεις Τα σύμβολα είναι διατυπώσεις αντιλήψεων, αφαιρέσεις από την εμπειρία, συγκεκριμένες ενσαρκώσεις ιδεών, στάσεων, κρίσεων, πόθων ή πεποιθήσεων . Επομένως, ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν θεωρείται κάτι «υπεροργανικό», δεν είναι υποστασιοποιημένος, δεν αποτελεί μια αυτόνομη οντότητα ή ένα επιφαινόμενο που ικανοποιεί βιολογικές ανάγκες. Πρόκειται για ένα έμπρακτο έγγραφο, ένα κείμενο (text).
Ο Geertz άσκησε κριτική τόσο στον ακραίο υποκειμενισμό που θέλει τον πολιτισμό να συνίσταται στις ψυχολογικές δομές με τις οποίες τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων κατευθύνουν τη συμπεριφορά τους όσο και στα μοντέλα σχηματοποίησης του δομισμού και δομολειτουργισμού. Οι πολιτισμικές μορφές εκφράζονται στην κοινωνική δράση, επομένως, ο πολιτισμός είναι αντικειμενικός στο βαθμό που είναι δημόσιος και συνίσταται σε συνυφασμένα συστήματα ερμηνεύσιμων συμβόλων, δεν είναι ψυχολογικό φαινόμενο, ένα χαρακτηριστικό της γνωστικής δομής ενός ανθρώπου αλλά το συμφραζόμενο εντός του οποίου μπορούν τα κοινωνικά συμβάντα, οι κοινωνικές δράσεις να εξηγηθούν . Το στοιχείο του οικουμενικού δεν υπάρχει στο συγκεκριμένο θεωρητικό σχήμα, ο πολιτισμός είναι τοπικός, η γνώση για τον πολιτισμό είναι τοπική και δεν υπάρχουν καθολικοί, διαπολιτισμικοί νόμοι που τον διέπουν. Τα ερμηνευτικά συμφραζόμενα της κοινωνικής δράσης δεν είναι οικουμενικά αλλά ούτε και α-χωρικά, δεν κατοικούν σε μια αυτόνομη σφαίρα, έτοιμα να τα χρησιμοποιήσει ο ερευνητής σε κάθε του εργασία .
Έτσι δίνει την κατεύθυνση της ερμηνείας τοποθετώντας τον πολιτισμό στο ίδιο επίπεδο με την ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν διακρίνει μία αυτόνομη θέση των σημασιών, των συμβόλων. Πεπεισμένος ότι ο πολιτισμός μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο στα συμφραζόμενά του, καθιστά τις ιθαγενείς κατηγορίες ταξινόμησης του κόσμου ως το μοναδικό μέσο για να μελετηθεί. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει κάτι στη μορφή ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή ή μιας γενικής πρότασης που να διέπει τους πολιτισμούς και να λειτουργεί ως κριτήριο, ερμηνείας, ανάλυσης ή αξιολογικής προσέγγισής τους. Ως μια απάντηση στη θετικιστική και υλιστική προσέγγιση του κόσμου όπως και αυτή των μαρξιστών θεωρητικών, ο C. Geertz έδωσε μια νέα ώθηση στη σχέση της Ανθρωπολογίας με άλλες κοινωνικές επιστήμες και επαναπροσδιόρισε το πεδίο της από το «εξωτικό» στη διανοητική δράση.
Η ήδη υπάρχουσα κριτική στον Thompson εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Geertz και ο διάλογος με την Ανθρωπολογία και τη Γλωσσολογία σηματοδότησε τη στροφή προς μια πολιτισμική ιστορία και ένα νέο παράδειγμα για την ιστορία της εργασίας και τη συγκρότηση της τάξης στο παρελθόν· η πολιτισμική συγκρότηση της σφαίρας του κοινωνικού. Οι ιστορικοί αντιμετωπίζουν πλέον το παρελθόν ως μια «άλλη» κοινωνία, ένα άλλο πολιτισμικό σύστημα σημασιών και συμβόλων το οποίο οφείλουν να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν με όρους των ίδιων των υποκειμένων και όχι στη βάση ήδη διαμορφωμένων αναλυτικών κατηγοριών, δηλαδή να ερμηνεύσουν το παρελθόν από τη σκοπιά των ιθαγενών, από τη σκοπιά των νεκρών. Ωστόσο με ποιο τρόπο θα συμβεί αυτό εφόσον ο ιστορικός δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προχωρήσει σε συμμετοχική παρατήρηση και το μόνο του όπλο είναι τεκμήρια του παρελθόντος τα οποία πολλές φορές είναι όχι μόνο διαμεσολαβημένα αλλά γραμμένα από ανθρώπους «ανώτερης» κοινωνικής ομάδας; Απουσιάζει δηλαδή ο ρητός αυτοπροσδιορισμός των υποκειμένων που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια εργατική τάξη. Η Ανθρωπολογία του Geertz, σύμφωνα με τον Sewell, έδωσε τα μέσα για μια βαθύτερη μελέτη των πηγών: οι σημασίες σε ένα πολιτισμικό σύστημα βρίσκονται ενσωματωμένες σε δημόσια προσβάσιμα σύμβολα, τα συμβολικά συστήματα που συνιστούν έναν πολιτισμό είναι δημόσια όπως ο γάμος και παρατηρήσιμα όπως η γεωργία. Ορισμένες συμβολικές μορφές μέσω των οποίων οι νεκροί βίωσαν τον κόσμο τους είναι στη διάθεση των ιστορικών μέσα στα τεκμήρια . Ωστόσο το κυρίαρχο ζήτημα σε αυτή την ανταλλαγή είναι το ζήτημα της συγχρονικότητας. Όπως έχει επισημάνει η Roseberry, γιατί τόσοι ιστορικοί που επαγγελματικά εμπλέκονται με ζητήματα που αφορούν τον κοινωνικό μετασχηματισμό στο χρόνο, είναι τόσο επηρεασμένοι από έναν ανθρωπολόγο του οποίου η δουλειά είναι επίμονα συγχρονική ; Η πυκνή περιγραφή των πολιτισμικών συστημάτων είναι συγχρονική. Ωστόσο με αυτόν τον τρόπο ο Geertz αναδεικνύει ακριβώς την ίδια τη συγχρονικότητα της παρατήρησης, με άλλα λόγια την ιστορικότητα μέσα στο χρόνο και τον μετασχηματισμό των αξιακών συστημάτων, των τελετουργιών, των ιδεών κλπ.
Κωδικοποιώντας την επιρροή αυτή στην ιστορία της εργασίας, η μέθοδος της πυκνής περιγραφής χρησιμοποιήθηκε ως το εργαλείο για να αναλυθούν οι μορφές της λαϊκής διαμαρτυρίας στις προβιομηχανικές κοινωνίες μελετώντας τις εμπειρίες, τις ιδέες και τις συμπεριφορές των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων ως στοιχεία ενός «άλλου» πολιτισμού, με τη δική τους ιεραρχημένη δομή σημασιών που ο ιστορικός καλείται να αποκρυπτογραφήσει . Επομένως αναζητείται πια ο τρόπος με τον οποίο νοείται η εργασία σε κάθε φορά ιστορική συγκυρία από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Η εργασία δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως οικονομική δραστηριότητα αλλά ως δραστηριότητα ενταγμένη σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου νοείται ως τέτοια. Στη βάση αυτή η εμπειρία δεν έχει μια αυθύπαρκτη διάσταση αλλά σημασιοδοτείται στο λόγο μέσα από τον οποίο ταξινομείται η κοινωνική πραγματικότητα από τα σκοπιά των «ιθαγενών» . Η αμφισβήτηση του αναγωγισμού και της εξηγητικής εμβέλειας των εννοιών της «τάξης» και της «ταξικής συνείδησης» λαμβάνει πλέον ουσιαστικές διαστάσεις μετά τις πρώτες προτάσεις του Thompson και της φεμινιστικής κυρίως κριτικής. Εξάλλου πολλοί ανθρωπολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι αυτή ακριβώς η ρήξη με τον δομισμό και τις θετικιστικές προσεγγίσεις στην Ανθρωπολογία, πραγματοποιείται επί της ουσίας και επί της πράξης με τον C.Geertz. Η μετά-δομιστική και Πολιτισμική Ανθρωπολογία προσέφερε έναν τρόπο για να συλλάβουν οι ιστορικοί πώς οι άνθρωποι κατασκευάζουν νοήματα, πώς η διαφορετικότητα λειτουργεί στην κατασκευή του νοήματος και πώς αυτό μεταβάλλεται στο χρόνο.
2. Ο William H. Sewell JR.
Για τον William H. Sewell jr. υπάρχουν δύο μεγάλες αποκαλύψεις τόσο για την ιστορική έρευνα της εργατικής τάξης όσο και για την ιστοριογραφία γενικότερα. Η πρώτη είναι η ανάγνωση του έργου του E.P. Thompson το 1963 ενώ ακόμα ήταν φοιτητής και η δεύτερη ήταν ή επαφή με την Πολιτισμική Ανθρωπολογία και η Ερμηνεία των Πολιτισμών του C.Geertz το 1970. Ο Sewell έχει γράψει μια σειρά από θεωρητικά κείμενα, κάποια από τα οποία βρίσκονται στη βιβλιογραφία της εργασίας ενώ το χαρακτηριστικό δείγμα της δουλειάς του είναι το Work and Revolution in France, The Language of labor from the old regime to 1848, που εκδόθηκε το 1980 και από το οποίο θα κωδικοποιήσουμε το αντικείμενο, τη μέθοδο και τα θεμελιώδη συμπεράσματά του.
Η πρώτη του αποκάλυψη τον επηρέασε στον ορισμό του αντικειμένου του, ορισμός που φυσικά συμπληρώνεται από την πολιτισμική ανθρωπολογία· ο Sewell γράφει για τους «καθημερινούς» εργάτες, όσοι είχαν μείνει εκτός ιστορίας από την παραδοσιακή κοινωνική ιστορία, συλλέγοντας κι εκείνος αρκετό εθνογραφικό υλικό από τις πηγές. Βασικό ερώτημα αποτελεί το παράδοξο που εντόπισε στη μελέτη του λόγου των εργατών της Marseille το 1848. Μελετώντας τον δημόσιο λόγο για τους εργάτες αλλά και των ίδιων τω εργατών, διαπίστωσε ότι είναι κατακλεισμένος από όρους που παραπέμπουν στο συντεχνιακό παρελθόν του παλαιού καθεστώτος. Η συντεχνιακή ορολογία ήταν διαδεδομένη στους αριστερούς δημοκράτες και τους σοσιαλιστές της επανάστασης του 1848, δηλαδή σε χώρους που κανείς δεν περίμενε να «ανακαλύψει συμπάθειες με το παλαιό καθεστώς» . Αρχικά υπέθεσε ότι πρόκειται για ένα είδος υπολειμμάτων που θα μπορούσαν εύκολα να περιγράψουν τις νέες συλλογικότητες, να αποκτήσουν δηλαδή ένα εντελώς νέο περιεχόμενο. Ωστόσο εμβαθύνοντας στην έρευνα το πρόβλημα δεν λυνόταν προς αυτή την κατεύθυνση. Οι όροι αυτοί φαίνεται να μεταφέρουν στοιχεία από το αρχικό τους περιεχόμενο και να προδίδουν μία συνέχεια από το συντεχνιακό παρελθόν. Επομένως το ζήτημα διαμορφώνεται ακριβώς στην ιστορικότητα των όρων· τι σήμαιναν σε κάθε ιστορικό περιβάλλον και η σύνδεσή τους (συνέχειες και ασυνέχειες) τι φανερώνουν για το εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα; Ποιες πολιτισμικές αντιλήψεις και πρακτικές για την οργάνωση της εργασίας μπορούν να μας φανερώσουν μέσα από την μελέτη του μετασχηματισμού τους στο χρόνο; Το λογικά επόμενο ερώτημα είναι ποιοι μετασχηματισμοί θα μπορούσαν να επηρεάσουν το νόημα αυτών των όρων: αλλαγές στο νομικό καθεστώς, στην οικονομία, στους πολιτικούς θεσμούς, στις σχέσεις ιδιοκτησίας από το παλαιό καθεστώς μέχρι το 1848 ; Συνεπώς έχουμε να κάνουμε με μια διττή επέκταση: αφενός το αντικείμενο επεκτείνεται χρονικά από το 1848 ώστε να αναζητηθεί σε σχέση με το παρελθόν του το σχήμα του μετασχηματισμού, των συνεχειών και των τομών στις σημασιοδοτήσεις των όρων, αφετέρου αυτή η ιστορία της συντεχνιακής διαλέκτου μετατρέπεται σε μια γενική ιστορία της εργασίας από το παλαιό καθεστώς στο 1848.
Επηρεασμένος εμφανώς από τον Geertz ότι κάθε εμπειρία είναι μια ερμηνευμένη εμπειρία επιχειρεί να κατανοήσει πώς οι άνθρωποι στο παρελθόν ερμηνεύουν τις εμπειρίες τους. Ο εθνογράφος κατανοεί έναν ανοίκειο πολιτισμό ερευνώντας και αναλύοντας συμβολικές μορφές –λέξεις, εικόνες, θεσμούς, συμπεριφορές- με τους όρους εκείνους που, σε κάθε τόπο, οι άνθρωποι αναπαριστούν τον εαυτό τους στους ίδιους και τους άλλους. Στην Ιστορία αυτό σημαίνει ότι ο ιστορικός ανακατασκευάζει τα νοήματα των λέξεων των μεταφορών και των ρητορικών σχημάτων τα οποία χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα υποκείμενα για να σκεφτούν και να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους . Συνεπώς η προσέγγιση του Sewell σε επίπεδο μεθοδολογίας δεν είναι μονοσήμαντη, δεν είναι κατά κύριο λόγο γλωσσολογική όπως έχει διατυπωθεί .
Ο Sewell αρνείται την οντολογική και αναλυτική προτεραιότητα του οικονομικού ενώ η ίδια η εργασία γίνεται αντιληπτή ως τέτοια σε ορισμένο πολιτισμικό σύστημα στο οποίο σημασιοδοτείται με συγκεκριμένους όρους. Η κουλτούρα των τεχνιτών (artisans) πρέπει να ειδωθεί ως μέρος τους πολιτισμικούς συστήματος της Γαλλίας ως ολότητας και σε σχέση με κουλτούρες άλλων κοινωνικών ομάδων. Οι εμπειρίες των τεχνιτών δεν μπορούν να κατανοηθούν έξω από το ιστορικό, πολιτισμικό τους πλαίσιο καθώς μόνο εντός του σημασιοδοτούνται ως τέτοιες.
Συμπεράσματα
Η μετασχηματισμός του ιστορικού παραδείγματος από τον επικαθορισμό του μαρξιστικού δόγματος στην έννοια του πολιτισμού και την πολιτισμική ιστορία φαίνεται ως μια πορεία από την δομή προς την ανθρώπινη δράση, προς τη σχετικοποίηση της κοινωνικής πραγματικότητας στο πολιτισμικό της περιβάλλον και την αποκατάσταση των «καθημερινών» εργατών στην ιστορία της εργασίας και της ταξικής συγκρότησης. Από την κοινωνική ιστορία, την πρώτη τομή του E.P. Thompson και την αφετηρία της νέας κοινωνικής ιστορίας, την κριτική της φεμινιστικής ιστοριογραφίας και τη διάσταση της κατηγορίας του φύλου στην μελέτη για την τάξη προς τις καθοριστικές επιρροές της έννοιας του πολιτισμού, των μεθοδολογικών και θεωρητικών παραδοχών των οποίων συνεπάγεται.
Ωστόσο υπάρχουν αρκετές αναγνώσεις αυτού του σχήματος. Φαίνεται, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980, να υπάρχει μια επίμονη απαξίωση του οικονομικού ως κάτι αρνητικά φορτισμένο απέναντι στην έννοια του πολιτισμού. Πιθανώς να οφείλεται στις αρχικές αναφορές του, δηλαδή τον μαρξισμό. Την ίδια στιγμή η έμφαση στην εμπειρία παραμένει έστω και ως ερμηνευμένη εμπειρία σύμφωνα με τον Geertz. Μήπως εν τέλει, οι ερμηνείες των πολιτισμών ή των κοινωνιών του παρελθόντος παραμένουν ακόμα υπό την σκιά μια άρρητης δομής; Στη βάση αυτή, ο M.Sahlins φαίνεται να δίνει μια περισσότερο πειστική απάντηση στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται το πολιτισμικό σύστημα, με ρητές παραδοχές μιας δομημένης πραγματικότητας χωρίς προκατάληψη προς τους όρους. Η έννοια του κυρίαρχου πεδίου συμβολικής παραγωγής θα ήταν δυνατόν να «αποκαταστήσει» το πεδίο του οικονομικού στην δυτική ιστοριογραφία: κάθε πολιτισμικό σχήμα αλλοιώνεται με διάφορους τρόπους από ένα κυρίαρχο πεδίο συμβολικής παραγωγής. Μπορεί επομένως να μελετήσει κανείς το προνομιακό θεσμικό πεδίο συμβολικής παραγωγής στη σχέση του με τον πολιτισμό . Θα ήταν ενδιαφέρουσα μια κριτική προσέγγιση της ίδιας της επιρροής του Geertz στους ιστορικούς από τη σκοπιά του Sahlins αυτή τη φορά, πιθανώς να απογύμνωνε λανθάνουσες προκαταλήψεις ή να επαλήθευε το παράδειγμα.
Βιβλιογραφία
Αβδελά Έφη, «Η κοινωνική τάξη στη σύγχρονη ιστοριογραφία: από το οικονομικό δεδομένο στην πολιτισμική κατασκευή», Τα Ιστορικά 22, Ιούνιος 1995.
Geertz C., Η Ερμηνεία των Πολιτισμών, Αλεξάνδρεια 2003.
Joyce Patric (ed.), Class, Oxford Readers, Oxford University Press 1995.
Kuper A., Culture: The Anthropologists’ account, Harvard University Press 2000.
Sahlins M., Πολιτισμός και Πρακτικός Λόγος, Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου 2003.
Sewell William H. jr., Work and Revolution in France, The Language of Labor from the Old Regime to 1848, Cambridge University Press 1980.
- “How Classes are made: Critical Reflections on E.P. Thompson’s Theory of Working Class Formation”. Στο H. Kaye Keith, K. McClelland (ed.), E.P. Thompson, Critical Perspectives, Polity Press, 1990.
- “Geertz, Cultural Systems, and History: From Synchrony to Transformation”. Στο Sherry B. Ortner, The Fate of Culture. Geertz and Beyond, Καλιφόρνια: University of California Press 1999.
- Logics of History, Social Theory and Social Transformation, The University of Chicago Press, Chicago and London 2005.
Thompson E.P., The Making of the English Working Class, London 1982.
ΜΠ
H πραγματική επιστολή του Παπανδρέου στον Σημίτη!
Στην πραγματικότητα ο ΓΑΠ δεν έστειλε γράμμα αλλά ένα μέηλ το οποίο δεν περιείχε φυσικά κείμενο αλλά ένα βιντεάκι. Tο συγκεκριμένο βίντεο ανέβηκε στο youtube αφιερωμένο στον πρώην πρωθυπουργό, ο ΓΑΠ το έστειλε στα Αγγλικά, τα Κινέζικα είναι απλώς μπιχτή!! Δείτε το!