ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Το κοινωνικό προφίλ του σωματείου
- 1. Ιδρυτές και νέες γενιές μελών
Στις πόλεις του 19ου αιώνα, η διαμόρφωση των κοινωνικών ομάδων και η κατανομή τους στον αστικό χώρο, ο οποίος δεν παρέμενε αμετάβλητος, αποτέλεσε μια συνεχή διαδικασία. Κατά την αστικοποίηση, αναδύθηκαν νέες κοινωνικές ομάδες ενώ η κοινωνική κινητικότητα επηρέασε τις ήδη υπάρχουσες, λιγότερο ή περισσότερο αποκρυσταλλωμένες. Τα όρια μεταξύ τους ήταν ασαφή και επαναπροσδιορίζονταν στα ιστορικά τους συμφραζόμενα, έτσι, η σύνθεση τόσο των ανώτερων όσο και των κατώτερων τάξεων, βρισκόταν σε μια αέναη μεταβολή. Ταυτόχρονα, η πόλη απέκτησε ένα ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Η σχέση του κράτους με τις πόλεις αναδείχθηκε σε καθοριστικής σημασίας και εσωτερικά ο ίδιος ο αστικός χώρος δομήθηκε ως ένα πεδίο πολιτικών συγκρούσεων[1]. Ειδικότερα, η «μεσαία τάξη», που αφορά την παρούσα εργασία, φαίνεται να συγκροτήθηκε ως ένα πεδίο κοινωνικών ανασυνθέσεων και χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετικά μεγάλη πολυπλοκότητα. Πρόκειται για ενδιάμεσες κοινωνικές ομάδες από τις οποίες προέρχονταν άτομα που βρίσκονταν στη βάση ή στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας. Η εμφάνιση αυτών των στρωμάτων στην ιστορική έρευνα, συνέβαλλε στην αμφισβήτηση μιας διχοτομικής αντίληψης της κοινωνίας. Η διχοτόμηση του αστικού πληθυσμού στην εργατική και αστική τάξη, άφηνε στο σκοτάδι μια πολυάριθμη κοινωνική ομάδα που διακρινόταν από τους κεφαλαιούχους βιομηχάνους και τους χειρώνακτες εργάτες τους. Οι μισθωτοί εργαζόμενοι στα καταστήματα, στα εργαστήρια, στα γραφεία και στις τράπεζες, κατοικούσαν μόνιμα στην πόλη και ανέπτυσσαν τον δικό τους τρόπο ζωής[2]. Ωστόσο, η περιχαράκωση της μεσαίας τάξης ή των μεσαίων τάξεων όπως έχει σήμερα επικρατήσει, τόσο σε σχέση με την ανώτερη αστική τάξη όσο και με τους εργάτες της πόλης, είναι ένα δύσκολο εγχείρημα καθώς τα διακριτικά χαρακτηριστικά, συχνά αμβλύνονται.
Το κοινωνικό προφίλ του Πειραϊκού Συνδέσμου, δηλαδή η κοινωνική προέλευση των μελών του και ο σκοπός της οργάνωσής τους, προαπαιτεί ως αφετηρία, την αποτύπωση της κοινωνικής ιεραρχίας. Επομένως ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία διαμορφώνονται οι ευρύτερες κοινωνικές ομάδες στην πόλη; Ο R.J. Morris, σε μια πρόσφατη δημοσίευσή του για την αγγλική περίπτωση τον 19ο αιώνα, φαίνεται να ξεκαθάρισε το τοπίο μεταξύ των ευρύτερων μη φτωχών κοινωνικών ομάδων με άξονα τις επαγγελματικές κατηγορίες των υποκειμένων, την κατοχή κεφαλαίου και τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής τους[3]. Σύμφωνα με τον Morris, oι όροι «αστική τάξη», «μεσαία τάξη» και «ελίτ», δεν είναι συνώνυμα. Η έννοια της «αστικής τάξης» μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ευρωπαϊκά συμφραζόμενα και προσδιορίζει μια εμπορική και βιομηχανική επαγγελματική ομάδα η οποία ασκεί έλεγχο σε σημαντικά τμήματα του κεφαλαίου και αναγνωρίζεται από την αστική της κουλτούρα και τον ορισμένο τρόπο ζωής της. Το περιεχόμενό της ήταν οριοθετημένο κυρίως στο πλαίσιο της μαρξιστικής ιστοριογραφίας. Η «μεσαία τάξη» περιγράφει ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών ομάδων που συνδέονται τόσο με το εμπόριο και τη βιομηχανία όσο και με όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες: βιοτέχνες, ιδιοκτήτες καταστημάτων, διοικητικοί υπάλληλοι γραφείου και μικρές ομάδες τεχνιτών που κατέχουν μικρό κεφάλαιο. Σε δομικούς όρους, προσδιορίζονταν από την κατοχή και τον έλεγχο διαφόρων μορφών κεφαλαίου το οποίο επέτρεπε τη συμμετοχή τους στην αστική κοινωνικότητα, δηλαδή τη δημόσια σφαίρα της πόλης μέσα από την οργανωμένη συλλογική δράση. Ο πληθυντικός αριθμός, «μεσαίες τάξεις» αποτελεί μια πρακτική και πολιτισμική αναγνώριση του εύρους των κοινωνικών θέσεων που περιλαμβάνει η συγκεκριμένη κατηγορία. Τέλος, η έννοια της «ελίτ» προκύπτει ως διανοητικός και αναλυτικός όρος αναφορικά με την ομάδα ή τις ομάδες που συγκεντρώνουν την εξουσία σε μια κοινότητα. Στον αστικό χώρο του 19ου αιώνα, η τοπική εξουσία έτεινα να ασκείται από μια ομάδα που διέμενε μόνιμα στην πόλη και δημιουργούσε ένα δίκτυο του οποίου τα μέλη κατείχαν εξουσία σε όλες τις σφαίρες των δράσεων. Για παράδειγμα, ο βιομήχανος ή ο έμπορος που εμπλεκόταν στην τοπική πολιτική και καθοδηγούσε την φιλανθρωπική δραστηριότητα. Η «ελίτ» ήταν μέρος της μεσαίας τάξης ή των μεσαίων τάξεων αλλά η συμπεριφορά της και οι συνθήκες διαμονής της, ήταν σαφώς διαφοροποιημένες.
Ο δήμος του Πειραιά, στα τέλη του 19ου αιώνα, μετρούσε σχεδόν εξήντα χρόνια ζωής[4]. Πρόκειται για μια πόλη νέα η οποία ιδρύθηκε κυριολεκτικά από το μηδέν, πόλη μεταναστών από όλη την ελεύθερη Ελλάδα και την Οθωμανική αυτοκρατορία[5]. Στη δεκαετία του 1860 και εντονότερα από το 1870 και μετά, η εμφάνιση της βιομηχανίας συνέβαλλε καθοριστικά στη αλλαγή της εικόνας της πόλης. Η απουσία αγροτικών καταβολών, το ήδη ανεπτυγμένο εμπόριο και η γεωγραφική της θέση δίπλα στην καταναλωτική αγορά της πρωτεύουσας, θα αποτελέσουν τους λόγους που η πόλη, παρά την έλλειψη άφθονου εργατικού δυναμικού και χωρίς σημαντική προβιομηχανική βιοτεχνία, θα αναδειχθεί στο βιομηχανικό κέντρο του ελληνικού βασιλείου[6]. Την ίδια περίοδο, η πειραϊκή κοινωνία, με την ανάπτυξη του εμπορίου, της βιομηχανίας και της ναυτιλίας, βίωνε μια περίοδο ακμής. Ταυτόχρονα ωστόσο, οι συνεχείς και έντονες μεταβολές στις οικονομικές και τις κοινωνικές σχέσεις, διαμόρφωσαν τις συνθήκες εμφάνισης μιας πολύπλοκης κοινωνικής ιεραρχίας[7]. Η μεταναστευτική ροή στην πόλη ήταν συνεχής και για πολλούς μάλιστα, έμελλε να γίνει η νέα πατρίδα. Μέρος εκείνων που τελικά εγγραφήκαν στο πειραϊκό δημοτολόγιο και πολιτογραφήθηκαν ως Πειραιώτες, αποτέλεσαν την ιδρυτική ομάδα του Πειραϊκού Συνδέσμου.
Ο Σύνδεσμος ιδρύθηκε τον Οκτωβρίου του 1894 στην αίθουσα του Α΄ Σχολαρχείου Πειραιώς. Από το μητρώο μελών που διατηρείται μέχρι σήμερα, παρέχονται στοιχεία που αφορούν την επαγγελματική ταυτότητα των ιδρυτών του. Το σωματείο ιδρύθηκε από νέους επιστήμονες και καθηγητές, φοιτητές, εμπόρους, κατώτερους υπαλλήλους του δημοσίου και αξιωματικούς του Βασιλικού Ναυτικού[8], μέρος της ανδρικής νεολαίας της πόλης. Πρόκειται για τη γενιά των νέων πειραιωτών η οποία μαθήτευσε στα πρώτα πειραϊκά σχολεία, μετά τους πρώτους οικιστές της πόλης τις δεκαετίες του 1830 και 1840. Η ίδρυση του Συνδέσμου αποτέλεσε την κορύφωση της δράσης αυτού του συλλογικού υποκειμένου που αναδύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα· η πειραϊκή ανδρική νεολαία εμφανίστηκε στη δημόσια σφαίρα της πόλης μετέχοντας και διοικώντας συλλόγους, έστω και βραχύβιους στις περισσότερες των περιπτώσεων[9]. Η επαγγελματική τους δραστηριότητα και η γενιά στην οποία ανήκαν δεν είναι τα μόνο κριτήρια για την ένταξή τους σε μια ευρύτερη κοινωνική κατηγορία. Η κοινωνική και επαγγελματική τους προέλευση δεν περιοριζόταν στο εμπόριο και τη βιομηχανία αλλά επρόκειτο για ελεύθερα υποκείμενα τα οποία κατείχαν τους ατομικούς ή οικογενειακούς εκείνους πόρους ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και σε αξιώματα. Οι ιδρυτές και τα μέλη που συμμετείχαν στην πρωτοβουλία κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, προέρχονταν από ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών ομάδων που συνδέονταν με το εμπόριο, τη βιομηχανία, ήταν ιδιοκτήτες καταστημάτων, δημοσιογράφοι, μορφωμένοι διοικητικοί υπάλληλοι και καθηγητές. Η σύσταση σωματείων ως μία μορφή συσσωμάτωσης αποτελούσε ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, μία πολιτισμική πρακτική αυτών των στρωμάτων. Έτσι, ο Πειραϊκός φαίνεται να αποτελεί εγχείρημα κυρίως των μεσαίων τάξεων χωρίς να αποκλείονται άτομα από την ομάδα των βιομηχάνων και μεγαλεμπόρων της πόλης. Οι εκπρόσωποι αυτών των επαγγελματικών κατηγοριών αποτελέσαν μεμονωμένες ωστόσο ηχηρές περιπτώσεις και χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερα στοιχεία που αναδεικνύω παρακάτω.
Πιο αναλυτικά, τα μέλη του Συνδέσμου διακρίνονταν σε τρεις κατηγορίες: τα τακτικά, τα επίτιμα και τα έκτακτα, διαμορφώνοντας μία εσωτερική, ιεραρχημένη πρόσβαση στη διοίκηση του σωματείου[10]. Τα κριτήρια που προσδιόριζαν το βαθμό συμμετοχής αφορούσαν ρητά την κοινωνική προέλευση και τον τόπο διαμονής και άρρητα το φύλο και την ηλικία των υποψήφιων μελών. Τα μέλη που ασκούσαν τη διοίκηση του Συνδέσμου και συνέτασσαν τις αποφάσεις των διοικητικών οργάνων ήταν τα τακτικά. Ένα τακτικό μέλος όφειλε να έχει αρκούσαν κοινωνικήν υπόληψιν και μόρφωσιν πνευματικήν, επομένως το κοινωνικό, συμβολικό κεφάλαιο και όχι το αμιγώς οικονομικό (με την στενή έννοια), λειτούργησε ως προαπαιτούμενο συμμετοχής στο σωματείο. Εντούτοις, δεν πρόκειται για δύο απόλυτα διακριτές έννοιες. Πρόκειται για το κοινωνικό κύρος και τη θέση που διαπραγματεύονται τα υποκείμενα σε μια κοινωνική ιεραρχία, που συνυφαίνεται με την επαγγελματική τους ιδιότητα και αξιοδοτείται σε ένα ορισμένο πολιτισμικό πλαίσιο[11]. Η κοινωνική υπόληψις των υποψηφίων δεν προέκυπτε αποκλειστικά από την οικονομική επιφάνεια τους αλλά από τη δράση τους στη δημόσια σφαίρα. Απευθύνονταν στα μεσαία στρώματα από τα οποία προέρχονταν, σε ομοίους τους. Ταυτόχρονα, το κοινωνικό κεφάλαιο όφειλε να είναι αναγνωρισμένο τοπικά, μόνον οι Πειραιώτες πολίτες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα τακτικά μέλη του Πειραϊκού Συνδέσμου, ιδιότητα που κατείχαν οι εγγεγραμμένοι μόνιμοι κάτοικοι του δήμου. Με άλλα λόγια, η προαπαιτούμενη τοπική ταυτότητα του πυρήνα του Συνδέσμου, διαμορφωνόταν από τον τόπο διαμονής του υποψήφιου τακτικού μέλους και όχι από μια πιθανή, ιδιαίτερη καταγωγή του. Αν για τον οποιοδήποτε λόγο, κάποιο από τα τακτικά μέλη άλλαζε τόπο μόνιμης κατοικίας έχανε αυτόματα την ιδιότητα του πειραιώτη πολίτη, επομένως του τακτικού μέλους και μεταγραφόταν στην τάξη των εκτάκτων έως ότου επιστρέψει στην έδρα του Συνδέσμου. Τα έκτακτα μέλη απαρτίζονταν από άτομα που θα μπορούσαν να προσφέρουν υπηρεσίες σε επιμέρους ζητήματα λόγω της θέσης ή των ικανοτήτων τους, μέλη τα οποία δεν είχαν δικαίωμα ψήφου στα αρμόδια όργανα αλλά ήταν τα μόνα που μπορούσαν δραστηριοποιηθούν επ’ αμοιβή, αντίθετα, τα επίτιμα μέλη είχαν όλα τα δικαιώματα των τακτικών χωρίς περιορισμούς εκτός της έμμισθης ένταξής τους. Το προαπαιτούμενο της διαμονής στον Πειραιά ήταν ρητώς ορισμένο στο καταστατικό και αφορούσε αποκλειστικά τα τακτικά μέλη. Αν και δεν υπήρξε ρητός περιορισμός για το φύλο ή την ηλικία των μελών, ουδέποτε μέχρι το 1940 εμφανίστηκαν γυναίκες ή παιδιά με την ιδιότητα του μέλους. Οι γυναίκες που εμπλέκονταν με την ανδρική διοίκηση του Συνδέσμου ήταν συγγενείς των τακτικών μελών και οργανώνονταν παράλληλα, σε ειδικές επιτροπές κυριών με αφορμή τη διοργάνωση φιλανθρωπικών εκδηλώσεων. Συνεπώς, οι ιδρυτές αναγνώριζαν εκ των προτέρων μία κοινωνική διάκριση εντός του αστικού πληθυσμού με κριτήρια, τη συμμετοχή στη δημόσια σφαίρα, την οικονομική και κοινωνική προέλευση και βέβαια το φύλο. Το σωματείο αποτελούσε μία συλλογικότητα των μεσαίων στρωμάτων ενώ την ίδια στιγμή απέκλειε από τις τάξεις των μελών του, χαμηλότερες κοινωνικές ομάδες του λιμανιού όπως οι εποχικοί μετανάστες και οι «εργατικές τάξεις».
Η συγκεκριμένη μορφή συλλογικής δράσης φαίνεται να ήταν οργανωμένη σε όρους δημοκρατικότητας αλλά και πειθαρχίας. Τα μέλη όλων των βαθμίδων ανακηρύσσονταν κατόπιν δημόσιας εκλογής, είχαν το δικαίωμα να προτείνουν ό,τι θεωρούν ορθό αλλά ήταν υποχρεωμένοι να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις και να πειθαρχούν στις συλλογικές αποφάσεις. Βέβαια, δικαίωμα ψήφου και εκλογής στις θέσεις των διοικητικών οργάνων διατηρούσαν μόνο τα τακτικά μέλη, δηλαδή αποκλειστικά οι πειραιώτες πολίτες. Συνεπώς, η καλλιέργεια «δημοκρατικών συνηθειών» μεταξύ των υποκειμένων πραγματοποιήθηκε με ιδιαίτερους όρους μιας εσωτερική ιεραρχίας, εσωτερικών δομών εξουσίας που προσδιορίζονταν κυρίως σε σχέση με την πρόσληψη της τοπικής ταυτότητας του σωματείου.
Κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ού αιώνα, ενεγράφησαν ως τακτικά μέλη και ηγήθηκαν των ανώτατων εκτελεστικών οργάνων του σωματείου, βιομήχανοι από τους κλάδους της αλευροβιομηχανίας, της σιδηροβιομηχανίας και της ποτοποιίας, ιδιοκτήτες μονάδων με έδρα τον Πειραιά. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για τη νέα γενιά βιομηχάνων οι οποίοι εισήλθαν στον τομέα της μεταποίησης κληρονομώντας την οικογενειακή περιουσία, το επάγγελμα του άμεσου προγόνου τους και ταυτόχρονα τη θέση του σε ένα διαμορφωμένο κοινωνικό δίκτυο[12]. Όσοι ενεπλάκησαν με τις δραστηριότητες του Συνδέσμου διατηρούσαν στενές σχέσεις με την τεχνική σχολή των μηχανικών[13]. Προσέφεραν χρήματα για την υλική υποδομή των σχολών αλλά και τα εργοστάσιά τους ως χώρους πρακτικής εκπαίδευσης των μαθητών, δηλαδή των εν δυνάμει εργαζομένων στην πειραϊκή βιομηχανία.
Κατά τη δεκαετία του 1920 ο Πειραϊκός εισήλθε σε μια περίοδο ιδιαίτερης ακμής, προσελκύοντας μεγαλύτερο αριθμό πολιτών και εμπλουτίζοντας τον κατάλογο των επαγγελματικών κατηγοριών με νομικού, καθηγητές, δασκάλους, ιατρούς και επιστήμονες οι οποίοι συμμετείχαν στα διοικητικά όργανα.[14]. Ωστόσο, από το 1925 έως και το τέλος της δεκαετίας του 1930, αναδύθηκε μια νέα γενιά μελών η οποία είτε στελέχωσε επίσημα το Διοικητικό Συμβούλιο είτε έδρασε άτυπα και συμβουλευτικά υποστηρίζοντας τις διοικήσεις του, πρόκειται για μια ομάδα νομικών και συμβολαιογράφων της πόλης. Η τεχνογνωσία τους συνέβαλλε καθοριστικά στην εξέλιξη του Πειραϊκού διεκπεραιώνοντας κυρίως δικαστικές διαμάχες περί κληροδοτημάτων αλλά και οποιαδήποτε νομική πράξη του σωματείου[15]. Την ίδια περίοδο, η σωματειακή οργάνωση στον Πειραιά, ως μορφή συλλογικής δράσης του πληθυσμού, ανθούσε. Έτσι, τα μέλη του Πειραϊκού απευθύνθηκαν άμεσα στις επαγγελματικές συσσωματώσεις των ποτοποιών, υποδηματοποιών, φαρμακοποιών, αρτοποιών και σε ελάχιστες περιπτώσεις προσωπικά σε μεγάλους κεφαλαιούχους, βιομήχανους ή μεγαλέμπορους. Συνολικά, κατά πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο μέσος όρος ηλικίας των μελών αυξήθηκε και το προφίλ που διαμορφωνόταν από τους νέους πειραιώτες στις αρχές του αιώνα, μετασχηματίστηκε. Ήδη από το 1910 συμμετείχαν στο σωματείο όλο και πρεσβύτερα μέλη των οικογενειών των αστών[16]. Συνεπώς δεν υφίσταται μια συνεχής αναπαραγωγή της ανδρικής νεολαίας.
Οι μεταγενέστερες αναπαραστάσεις της ίδρυσης του Συνδέσμου και τα βήματα της βρεφικής σωματειακής ζωής του, έχουν εμπλουτισθεί με στοιχεία που προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη αναφορικά με τον αριθμό των ιδρυτών, τις σχετικές διατάξεις στο καταστατικό και τη σύλληψη της ιδέας. Τη δεκαετία του 1930 ο Τύπος φιλοξένησε δημοσιεύματα στα οποία τα ιδρυτικά μέλη του Συνδέσμου περιορίζονταν σχεδόν στο ήμισυ του συνόλου τους και παρέμειναν έτσι για αρκετό διάστημα ώστε να επιτύχουν τη θεμελίωση του σωματείου[17]. Αυτή η περιοριστική συνθήκη που ήθελε τον μέγιστο αριθμό των μελών σε 17 βάσει καταστατικού φαίνεται να ανακαλούσε πρακτικές από την αίγλη των κλειστών λεσχών της αστικής ελίτ κατά τον 19ο αιώνα[18]. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια μορφή συσσωμάτωσης με την οποία το πειραϊκό σωματείο δεν εμφάνισε παρόμοια χαρακτηριστικά, στοιχεία δηλαδή μιας ημι-μυστικιστικής οργάνωσης. Αντίθετα, ήταν ανοιχτό σε νέα μέλη από τα μεσαία στρώματα αρκεί να ήταν Πειραιώτες ή να εξυπηρετούσαν τις επιμέρους λειτουργίες του. Από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα, πιο συγκεκριμένα από τις εγγραφές στο μητρώο μελών έως τη σημερινή αναγραφή τους στην είσοδο του κτιρίου του Συνδέσμου, οι ιδρυτές του εμφανίζουν μια σταδιακή μείωση. Ήδη από το 1901 και την έκδοση της πρώτης επετηρίδος, έλειπαν από την ίδρυση του Συνδέσμου ένας σπουδαστής και ένας δημοσιογράφος οι οποίοι είχαν καταλάβει διοικητικές θέσεις στους πρώτους μήνες λειτουργίας. Σήμερα ομοίως, από τη μαρμάρινη επιγραφή της δεκαετίας του 90’ απουσιάζουν σχεδόν οι περισσότεροι σπουδαστές, φοιτητές και κατώτεροι υπάλληλοι του δημοσίου. Έτσι, ο Πειραϊκός παρουσιάζεται ως δημιούργημα κυρίως εμπόρων παραβλέποντας τη δράση της σπουδάζουσας ανδρικής νεολαίας η οποία όχι μόνο συμμετείχε στην ίδρυση του σωματείου αλλά ανέλαβε και τη διοίκηση στα πρώτα του βήματα. Το ζήτημα αυτής της απουσίας θα αποτελούσε αντικείμενο μιας έρευνας για την μεταπολεμική περίοδο του Συνδέσμου. Ως υπόθεση εργασίας ωστόσο, θα μπορούσε να ερμηνευθεί είτε σε μια επιπόλαιη σχέση με το ιστορικό αρχείο είτε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των μελών του σωματείου μεταπολεμικά. Πρόκειται για την ενσωμάτωση συμβολισμών του Πειραϊκού από την τοπική οικονομική και κοινωνική ελίτ που στα τέλη του 19ου αιώνα είχε μετατοπίσει το ενδιαφέρον της προς την αστική κοινωνικότητα της πρωτεύουσας; Εφόσον απουσίαζε από τις τάξεις του σωματείου έως το 1940, πιθανώς να διεκδίκησε μεταπολεμικά μία θέση στην τοπική «παράδοση», μεγάλο μέρος στη διαμόρφωση της οποίας κατέχει ο Πειραϊκός Σύνδεσμος.
- 2. Ο καταστατικός σκοπός και το περιεχόμενο της δράσης
Αν και η διοίκηση του Συνδέσμου δεν ήταν προσβάσιμη από τα χαμηλότερα στρώματα, το σωματείο δεν αφορούσε μόνο τις μεσαίες τάξεις. Με τους όρους που περιγράφονταν στο καταστατικό του, οι άποροι όσο και οι αστοί, εμπλέκονταν στο ίδιο σωματείο κατέχοντας μια διαφορετική θέση και διακριτούς ρόλους μέσα σε αυτό. Ρόλοι και θέσεις που αντανακλούσαν την κοινωνική ιεραρχία, τον αποκλεισμό και τις ανισότητες της πειραϊκής κοινωνίας της εποχής. Με ρητή την ανασφάλεια μιας πρόωρης διάλυσης, τα μέλη του Πειραϊκού άρθρωσαν έναν λόγο για την πόλη· την ηθική διάπλαση της νεολαίας από τα φτωχότερα στρώματα των εργατικών συνοικιών γύρω από το κέντρο και για τον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοί τους τοποθετούνταν στον κόσμο. Με άλλα λόγια, έναν λόγο που αναπαριστούσε την πραγματικότητα, ερμήνευε την εμπειρία στο αστικό περιβάλλον του λιμανιού κατά τη δεκαετία του 1890. Το Δεκέμβριο του 1894 η Κοσμητεία, το όργανο που αποτέλεσε τον πρώτο διοικητικό πυρήνα του σωματείου, συνέταξε μία επιστολή στην οποία διατυπώθηκε ο σκοπός της πρωτοβουλίας και συνοδευόταν από το καταστατικό. Σύμφωνα με το καταστατικό: Ιδρύεται εν Πειραιεί σωματείον υπό την επωνυμίαν «Πειραϊκός Σύνδεσμος» σκοπός του οποίου είναι η πνευματική και σωματική της κοινωνίας και των μελών αυτού διάπλασις και η όσον οιόν ευρυτέρα διάδοσις κοινωφελών γνώσεων. Τον σκοπόν τούτον θέλει επιδιώξει ο Σύνδεσμος δια παντός τρόπου εφικτού αυτώ, ιδία δε δια της ιδρύσεως λαϊκών Σχολών βιοτεχνικών τε και προπαιδευτικών, βιβλιοθήκης, Αναγνωστηρίου, Γυμναστηρίου διά του καταρτισμού χορωδίας και ορχήστρας, διά διαλέξεων, αναγνωσμάτων, επιστημονικών εκδρομών, τελέσεως μουσικών συναυλιών, γυμναστικών και αθλητικών αγώνων, καλλιτεχνικών εκθέσεων κλπ[19]. Συμπληρωματικά, από την επιστολή κοινοποίησης της ίδρυσης παραθέτω: Πάσης πολιτείας αναμφισβήτως το κυριώτερον μέλημαν έθεν να η, η σωματική και πνευματική διάπλασις της νεολαίας αφού αυτή αποτελεί τον πυρήνα της ζωής, το μέλλον παντός έθνους. Δυστυχώς η πολιτεία ουδέποτε εσκέφθην επί τούτου. Παρήγορον […] το φαινόμενον της κατά τα τελευταία έτη ιδρύσεως τη πρωτοβουλία αυτής της νεολαίας Σωματείων τοιούτων απανταχού της Ελλάδος [..][20]. Η διττή καταστατική αποστολή του σωματείου συμπυκνώθηκε στο πρώτο επίσημο σύμβολό του, τη σφραγίδα επί της οποίας χαράχτηκαν τα πρόσωπα της Αθηνάς και του Απόλλωνα[21]. Ο Πειραϊκός Σύνδεσμος ανταποκρίθηκε μερικώς στην επίσημη ρητορική των ελληνικών συλλόγων που προέτασσε την μαθητεία στην ελληνική παιδεία ως εργαλείο της εθνικής συνοχής και ολοκλήρωσης, ωστόσο οι έννοιες της νεολαίας και της παιδείας έλαβαν το περιεχόμενό τους στα ιδιαίτερα συμφραζόμενα της πόλης. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δύο ομάδες νέων, εκείνη που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και τους ανήλικους στους οποίους απευθύνεται ο Σύνδεσμος. Λίγα χρόνια αργότερα, ο πρώτος πρόεδρος του Πειραϊκού περιέγραψε ακριβώς τον θεμελιώδη σκοπό του σωματείου: «υπέρτατος όρος της υπάρξεως και δράσεώς του το μέγα και χαλεπότατον έργον της μορφώσεως των απόρων παίδων και τεχνιτών της πόλεως ταύτης»[22]. Άμεσα, η δράση τους κατευθύνθηκε σχεδόν αποκλειστικά στους άπορες παίδες της πόλης, δηλαδή τα παιδιά των περιφερειακών συνοικιών, τη νεολαία εκείνη του Πειραιά όπου κατοικούσε σε περιοχές γύρω από το κέντρο αποκλεισμένη από τη βασική εκπαίδευση της εποχής.
Το περιεχόμενο της συλλογικής δράσης διατυπώθηκε από τις ιδρυτές του σωματείου, σε σχέση με δύο σφαίρες: την πολιτεία και το πειραϊκό κοινό. Η έννοια της πολιτείας εμφανίστηκε κατά τη νομιμοποίηση της πρωτοβουλίας και συγκεκριμένα με την επίκληση στο κενό κρατικής πρόνοιας για την εκπαίδευση της νεολαίας: Δυστυχώς η πολιτεία ουδέποτε εσκέφθην επί τούτου. Η έννοια δήλωνε τη διοίκηση του κράτους και τη σχέση των πολιτών με αυτό, χρησιμοποιήθηκε αναφορικά με την κεντρική εξουσία, την κρατική διοίκηση και λιγότερο με την τοπική δημοτική αρχή ή το πολίτευμα[23].Το κράτος ήταν εκείνο που όφειλε να προνοήσει υπέρ της ηθικής διάπλασης των φτωχότερων στρωμάτων και η απουσία του παρεμβατισμού του προκάλεσε τη δράση των πολιτών οι οποίοι οργανώθηκαν ακριβώς με σκοπό να αντιμετωπίσουν συλλογικά, προβλήματα που προέκυψαν στη σχέση με τις νέες κοινωνικές ομάδες του αστικού πληθυσμού. Το κοινό ωστόσο, δεν αποτελεί έναν συνήθη, ευρέως διαδεδομένο όρο. Αναζητώντας το περιεχόμενό του στα λεξικά της εποχής, το κοινόν εμφανίζεται ως το ουδέτερο του «Κοινός» που ταυτιζόταν, μεταξύ άλλων, με το «δημόσιος». Το κοινόν, προσδιορισμένο από τα γλωσσικά του συμφραζόμενα, περιέγραφε την κοινότητα, το σύνολο των πολιτών και τη δημόσια εξουσία, το σύνολο του λαού που συγκροτεί την πολιτεία[24]. Στα κείμενα του Συνδέσμου επανέρχεται συχνά ωστόσο πάντοτε τοπικά προσδιορισμένο, είτε ως πειραϊκό είτε ως αθηναϊκό κοινό. Πιο συγκεκριμένα, εμφανίστηκε στις δημοσιεύσεις για την πρώτη επετηρίδα και επαναλαμβανόταν σχεδόν κάθε φορά στις λογοδοσίες του Διοικητικού Συμβουλίου έως τη δεκαετία του 1930. Οι λογοδοσίες των οργάνων αποτελούσαν μια εσωτερική διαδικασία του σωματείου, προβλεπόμενη από το καταστατικό, την ίδια στιγμή όμως, λάμβαναν δημόσιο χαρακτήρα καθώς οι συνεδριάσεις και οι λόγοι των μελών δημοσιεύονταν στον τοπικό Τύπο[25]. Από την δεκαετία του 1920, ανακοινώνονταν περισσότερο ως πανηγυρικοί λόγοι για το έργο που διετέλεσαν τα διοικητικά όργανα και οι επιτροπές τους κατά το τελευταίο συνδεσμικό έτος παρά ως έλεγχος της απόδοσής τους. Και στα δύο πλαίσια, χρησιμοποιήθηκε από τα μέλη του σωματείου ως το κοινόν στο οποίο απευθύνονταν και επικαλούνταν ή αποζητούσαν την αποδοχή του, την θετική του συμπεριφορά του απέναντι στο έργο τους. Επομένως, το κοινόν ήταν προσδιορισμένο τοπικά, το σύνολο των πολιτών του Πειραιά ή της Αθήνας, τα υποκείμενα που μετείχαν στη δημόσια ζωής της πόλης. Φαίνεται πως οι Συνδεσμικοί έβλεπαν στο κοινό όσους συνιστούσαν εν δυνάμει μέλη, δωρητές, ακροατές των συναυλιών, ακόμη και τις οικογένειες που θα οδηγούσαν τα παιδιά τους στις τάξεις των Σχολών του. Ομοίως τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη, το κοινό (audience) διαμορφώθηκε ως το σώμα των πολιτών που μετείχε στις συσσωματώσεις της δημόσιας σφαίρας και περιλάμβανε το αναγνωστικό κοινό του Τύπου και των μυθιστορημάτων, το ακροατήριο των συναυλιών και τους θεατές των παραστάσεων. Συγκροτήθηκε ως μία αυτόνομη οντότητα, ένα άτυπο δίκτυο επικοινωνίας και αξιολόγησης, αναγόμενο σε ενός είδους κριτή ή διαιτητή που αξιολογούσε όσα διάβαζε ή παρακολουθούσε, διαμορφώνοντας μέσω του Τύπου μία «κοινή γνώμη» (public opinion)[26].
Η πραγμάτωση του καταστατικού σκοπού και των ιδιαίτερων στόχων των ιδρυτών του σωματείου δεν ήταν δεδομένη, τόσο η καθαυτή επιβίωση της πρωτοβουλίας όσο και διαβάθμιση της αποδοχής της, αποτέλεσαν τον βασικό άξονα λειτουργίας του σωματείου. Στους πρώτους δύο μήνες μιας αποκλειστικά διοικητικής ζωής του Συνδέσμου σχεδιάστηκαν οι πρώτες κινήσεις για την υλική υπόστασή του, τις σχέσεις του με άλλους συλλόγους, τη δημοσίευση του καταστατικού του στον Τύπο και κατατέθηκαν στην ολομέλεια οι εσωτερικοί κανονισμοί των τμημάτων. Τα πρώτα τμήματα που προβλέπονταν κατά την ίδρυσή του, ήταν το Φιλολογικό, το Μουσικό και το Γυμναστικό, παράλληλα λειτούργησε αναγνωστήριο και βιβλιοθήκη ενώ άμεσα τέθηκε υπό συζήτηση η ίδρυση Λαϊκής Σχολής Εργατών, οι μετέπειτα Σχολές των Απόρων Παίδων και των Μηχανικών. Η Κοσμητεία του Δεκεμβρίου του 1894 ολοκλήρωσε τη θητεία της με την προκήρυξη διαγωνισμού για τη σύνταξη ποιήματος-ύμνου του Πειραϊκού Συνδέσμου και φυσικά την πρώτη Λογοδοσία της στην ολομέλεια του 1894.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σωματειακής οργάνωσης φαίνεται να ήταν ο κυρίαρχος ρόλος του καταστατικού και η σχέση των μελών με αυτό στο χρόνο. Η γενιά της ανδρικής νεολαίας του 1890 προσδιόρισε την πρωτοβουλία στο σύνολό της και την καθοδήγησε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Από τη στιγμή ωστόσο που ο καταστατικός σκοπός διατυπώθηκε, αυτονομήθηκε και μια ριζοσπαστική αναθεώρησή του θα έθετε υπό αμφισβήτηση την καθαυτή σύσταση και επιβίωση του σωματείου. Θεωρητικά, τα τακτικά μέλη ήταν τα μόνα υποκείμενα που διατηρούσαν το δικαίωμα αναθεώρησής του μέσω της Γενικής Συνέλευσης εντούτοις, ο βαθμός μεταβολής του σκοπού ήταν πρακτικά ελάχιστος έως μηδενικός. Συνεπώς, η σχέση του με τις επόμενες γενεές μελών διαμορφώθηκε ως σχέση κληρονομιάς και η διοικητική τους ικανότητα κρίθηκε από την πίστη στην πρώτη και μοναδική σημασιοδότηση της πρωτοβουλίας. Οι νοητικές κατηγορίες που διαμορφώθηκαν στα συμφραζόμενα της ίδρυσης και προσέδωσαν το περιεχόμενο και τις αναφορές στις δράσεις του Συνδέσμου, φαίνεται να λειτούργησαν με όρους επικαθορισμού στη δράση των αμέσως επόμενων γενεών αφού μέχρι και το 1940 όπου διακόπηκε η λειτουργία του Συνδέσμου λόγω του Πολέμου, ο σκοπός και οι βασικές διατάξεις του καταστατικού δεν αναθεωρήθηκαν. Ακόμη και τα πρόσωπα που θήτευσαν στο Διοικητικό Συμβούλιο άλλαξαν με εξαιρετικά αργό ρυθμό διατηρώντας τις θέσεις τους για αρκετά χρόνια[27].
Σε αυτό το πλαίσιο, το λεξιλόγιο με το οποίο περιέγραφαν τη σωματειακή τους ζωή δεν εμφάνισε ιδιαίτερες μεταβολές. Το αλτρουιστικόν και κοινωφελές έργον, το έργον φιλαλληλίας και πολιτισμού, η εξόχως κοινωφελής δράση της Οργανώσεως[28], αποτελούσαν όρους μιας ρητορικής η οποία διέπει το σύνολο των δραστηριοτήτων του Συνδέσμου, εμφανίζονται σε όλες τις δημόσιες εκδηλώσεις και τις λογοδοσίες του. Στη συγκεκριμένη ρητορική προσδιοριζόταν αφενός το κίνητρο και οι όροι συμμετοχής των μελών αφετέρου η κατεύθυνση και ο χαρακτήρας της δράσης τους. Ως αλτρουιστικόν περιγράφεται το έργο του Συνδέσμου αναφορικά με τους όρους συμμετοχής των μελών. Η έννοια δεν υπάρχει στα ελληνικά λεξικά ωστόσο τυχαίνει ιδιαίτερων δημοσιεύσεων καθώς διατυπώνεται σε αντιδιαστολή με τον ατομικισμό[29]. Στο Πειραϊκό εμφανίζεται σε άμεση σχέση με το προφίλ του μέλους που οι ίδιοι περιγράφουν. Οι Συνδεσμικοί όφειλαν να εργάζονται πάντοτε χωρίς παράπονα και χωρίς αξιώσεις […] να προσφέρουν την εργασίαν τους προς επίτευξιν των στόχων του Πειραϊκού Συνδέσμου μη ζητώντας αξιώματα στις ανώτερες διοικητικές θέσεις, επιτελώντας αλλά και ενσωματώνοντας το αλτρουιστικόν έργο του σωματείου τους[30]. Η ιδέα του κοινωφελούς έργου προσέλαβε το περιεχόμενό της στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο ωστόσο δεν ταυτίστηκε με τον αλτρουισμό. Το σωματείο χαρακτηρίστηκε «ως κοινωφελές εκ των Νυκτερινών σχολών Μηχανικών»[31] και αφορούσε την τεχνική εκπαίδευση των νέων πειραιωτών. Το κοινωφελές ήταν το ωφέλιμο προς το κοινό[32] επομένως περιέγραφε το ωφέλιμο έργο των συνδεσμικών προς την πόλη τους και συγκεκριμένα στα μηχανουργεία, τις βιομηχανίας και το λιμάνι της πόλης προσφέροντας τους αποφοίτους των σχολών ως ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό[33]. Ενώ στις πρώτες δεκαετίες του Συνδέσμου ο αλτρουισμός και το φιλανθρωπικό έργο προσλαμβάνονταν αναφορικά με τη βασική και τεχνική εκπαίδευση των απόρων παίδων, από το 1930 η τεχνική εκπαίδευση μετατοπίστηκε στο πεδίο της κοινωφελούς δράσης στο πλαίσιο ανασημασιοδότησής της[34]. Η δραστηριοποίηση του πειραϊκού στους συγκεκριμένους τομείς προσλήφθηκε ως έργο φιλαλληλίας, δηλαδή πράξη αγάπης προς αλλήλους[35]. Σε διάκριση με το κοινωφελές και αλτρουιστικό, περιέγραφε την εκπαίδευσης μαθητών στο Καλλιτεχνικό και Γυμναστικό τμήμα και όχι τους άπορους παίδες που βρίσκονταν αποκλεισμένοι από την βασική και τεχνική εκπαίδευση. Κοντολογίς, ο πολιτισμός δεν αφορούσε τους άπορους παίδες και τις οικογένειες των απόκεντρων συνοικιών.
Η εμφάνιση ενός, εκ των υστέρων, ισχυρού σωματείου στην πόλη ή η πυκνότητα ίδρυσης σωματείων μπορεί να θεωρηθεί δείκτης διαμόρφωσης μιας νέας κοινωνικότητας τυπικής, δημόσιας και θεσμοθετημένης στα όρια του ιδιωτικού και δημοσίου χώρου[36] ωστόσο όχι a priori, ενός στοιχείου που τελικά προκύπτει ως συμπέρασμα και όχι ως δεδομένο εργαλείο. Διότι με αυτούς τους όρους θα έπρεπε το σύνολο των αστών να αποδέχονταν σχεδόν «φυσικά» κάθε νέο σύλλογο, δείχνοντας εμπιστοσύνη σε αυτόν μέσα από τις άμεσες δωρεές και τη συμμετοχή τους τόσο ως μέλη όσο και ως επισκέπτες των εκδηλώσεών του, κάτι το οποίο δε συμβαίνει. Την ίδια στιγμή, μια τέτοια προσέγγιση θα αποσιωπούσε πρακτικές εντός των οποίων αναδεικνύεται η ρευστότητα μιας διαδικασίας. Στον Πειραιά των τελών του 19ου αιώνα, η νέα αυτή μορφή κοινωνικότητας, ως ένα βαθμό νομικά κατοχυρωμένη, δεν απολαμβάνει τη δημόσια και θεσμική της θέση από την αρχή. Το «δημόσιο» και «θεσμικό» του σωματείου αποτέλεσαν ακριβώς το αντικείμενο διεκδίκησης των κυρίαρχων δρώντων υποκειμένων, δηλαδή των ιδρυτών και μελών του.
Ο Πειραϊκός Σύνδεσμος χαρακτηρίστηκε ως ένα πρωτότυπο σωματείο με πολυσχιδές έργο[37] εξαιτίας του πολυδιάστατου σχεδιασμού του. Στην πραγματικότητα, συνέδεσε και συνδέει τρία ογκώδη τμήματα φιλοξενώντας όλες τις εν δυνάμει δραστηριότητες των πολιτών του λιμανιού στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα· το φιλολογικό, το καλλιτεχνικό και το γυμναστικό τμήμα οργάνωσαν τις δράσεις των μελών, μαθητών, διδασκόντων, αθλητών και προπονητών του Πειραϊκού. Η εκπαίδευση, οι τέχνες και η σωματική άσκηση αποτέλεσαν πεδία ανάπτυξης ενός και ενιαίου σωματείου. Στις συζητήσεις συγκρότησης της πρωτοβουλίας το 1894, είχαν ανακύψει διαφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων σχετικά με το αντικείμενο και τους στόχους του νέου συλλόγου. Οι αρχικές διαφορετικές απόψεις διατυπώθηκαν σε αναφορά με την ίδρυση τριών διακριτών σωματείων, ενός φιλολογικού, ενός μουσικού και ενός συλλόγου που θα στόχευε αποκλειστικά στη νυκτερινή τεχνική εκπαίδευση των εργατικών στρωμάτων της πόλης[38]. Οι θνησιγενείς πρωτοβουλίες συλλόγων με επιμέρους αντικείμενα στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οδήγησαν στην απόφαση να ιδρυθεί ένα και ενιαίο σωματείο με ευρύτερους σκοπούς ώστε να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη και χορηγούς. Ωστόσο στη δημόσια εικόνα του Συνδέσμου μέχρι και τη δεκαετία του 1930, οι αναπαραστάσεις των τριών τμημάτων ήταν διαβαθμισμένες με κυρίαρχο πεδίο συμβολικής παραγωγής το Φιλολογικό τμήμα με την φιλανθρωπική δράση του υπέρ των απόρων παίδων. Η καλλιτεχνική εκπαίδευση και η άθληση φαίνεται να αποτέλεσαν δευτερεύουσας σημασίας χωρίς εντούτοις να υπολείπονται σε όγκο εργασιών ή υποδομής.
Συνολικά, τα κριτήρια συμμετοχής των μελών, ο σκοπός και το περιεχόμενο της οργάνωσής τους, δεν αναιρέθηκαν έως τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Ο τοπικός προσδιορισμός αγκάλιασε σχεδόν όλες τις εκφάνσεις τόσο των εσωτερικών ιεραρχιών όσο και της κοινωνικής ζωής του. Ωστόσο, κατά το μεσοπόλεμο, μετά τις επιτυχημένες συμμετοχές του γυμναστικού τμήματος σε πανελλήνιους αγώνες και την σχετική αναγνωρισιμότητά του πέρα από τα σύνορα του Πειραιά, ο Σύνδεσμος απευθύνθηκε παράλληλα με το πειραϊκό και στο αθηναϊκό κοινό[39] ως φιλανθρωπικός και μουσικός σύλλογος, ιδιαίτερα μετά τη θεμελίωση του μεγάρου του, το 1930. Το 1929 και το 1939 οι Συνδεσμικοί βραβεύτηκαν από την Ακαδημία Αθηνών με το Μπενάκειο Έπαθλο υπέρ της ελάττωσης των αναλφάβητων στην Ελλάδα, εντούτοις η τοπική τους ταυτότητα παρέμεινε ο θεμελιώδης άξονας πρόσληψης του συλλογικού εαυτού· η πανελλήνια αναγνώριση του έργου του Συνδέσμου αφορούσε ακριβώς την «υπέρ των ιδίων συμπολιτών» δράση του[40]. Την ίδια στιγμή ωστόσο η πειραϊκή κοινωνία δεν διατηρήθηκε αμετάβλητη, το κοινό στο οποίο απευθύνθηκε ο Πειραϊκός και θέλησε να ενσωματώσει στη δράση του ως μέλος ή νεολαία μετασχηματίστηκε ποσοτικά, πολιτισμικά και επεκτάθηκε χωροταξικά. Το κύμα προσφύγων που κατέφτασε στον Πειραιά μετά τη συνθήκη της Λοζάνης, η εντονότερη επικοινωνία με την Αθήνα και το φεμινιστικό κίνημα διαμόρφωσαν ένα νέο κοινωνικό περιβάλλον με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η πόλη την οποία αντιλαμβανόταν ο Σύνδεσμος ως το πεδίο δράσης του δεν φαίνεται να είναι η ίδια. Το συλλογικό υποκείμενο στο οποίο απευθυνόταν συνεχώς άλλαζε ενώ οι ρυθμοί μετασχηματισμού της νοηματοδότησης της σωματειακής δράσης φαίνονται βραδύτεροι. Πιθανώς, με αυτή ακριβώς την αναντιστοιχία να ερμηνεύεται η παρακμή ενός συλλόγου, όταν το συλλογικό υποκείμενο στο οποίο απευθύνεται, μετασχηματιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν μπορεί να το ενσωματώσει.
Καταλήγοντας, οι μετέχοντες στις τάξεις των μελών και οι αντιλήψεις τους για την κοινωνική ιεραρχία και την σχέση των κοινωνικών ομάδων, δεν εκπροσωπούσαν το σύνολο των μεσαίων τάξεων ή των αστών της πόλης. Οι δραστηριότητές τους μέσα από το Πειραϊκό Σύνδεσμο έτυχαν αρκετών αρνητικών κριτικών από τον Τύπο και οδήγησαν σε συγκρούσεις με κορύφωση την έξωση των Σχολών Απόρων Παίδων από το Α’ Γυμνάσιο Αρένων στις αρχές του 1930. Η επιτροπή του γυμνασίου έκρινε τότε, πως η παρουσία των παιδιών του Πειραϊκού κατά τις νυκτερινές ώρες είχε μεγάλο κόστος και ήταν επικίνδυνη για την υγεία των μαθητών τους[41]. Έτσι, προσπάθησε επανειλημμένως να εκδιώξει τη Σχολή αδιαφορώντας για την οποιαδήποτε αλτρουιστική και φιλανθρωπική δράση του σωματείου. Ταυτόχρονα όμως, ο Πειραϊκός προέβλεπε την παρουσία σχεδόν όλων των κοινωνικών ομάδων στην εσωτερική του δομή. Η διοίκηση ήταν αποκλειστικά ένα ζήτημα των τακτικών μελών με τα προαπαιτούμενα που ανέδειξα παραπάνω, ωστόσο συμμετείχαν στο ίδιο σωματείο άποροι παίδες ως μαθητές των νυκτερινών σχολών, παιδιά οικογενειών των μεσαίων τάξεων ως μαθητές του ωδείου, άνδρες από όλες τις τάξεις ως γυμναζόμενοι και αθλητές στο γυμναστήριο ή τις αθλητικές ομάδες και επιστήμονες ή μορφωμένοι εργαζόμενοι ως καθηγητές και διοικητικοί υπάλληλοι. Επομένως, η συμβίωση στο χώρο ενός σωματείου, ακόμη και στους ιδιαίτερους όρους της εσωτερικής του ιεραρχίας, πραγματοποιήθηκε σε ένα πεδίο που λειτουργούσε ως χωνευτήρι κοινωνικών ομάδων. Με άλλα λόγια, ως ένα παράδειγμα συμβολικού εξισωτισμού και άμβλυνσης των διακρίσεων. Ο τοπικός προσδιορισμός του Συνδέσμου και η οριοθέτηση της δράσης του υπέρ της πόλης και των ανθρώπων της, φαίνεται να ήταν ο κοινός άξονας γύρω από τον οποίο συναντήθηκε ένα ετερόκλητο σύνολο.
- 3. Αντιλήψεις και πρακτικές για τη σώρευση οικονομικού κεφαλαίου, πίσω από το κοινωνικό προφίλ του σωματείου.
Η δημόσια εικόνα του Συνδέσμου η οποία διαμορφώθηκε τόσο από το λόγο που άρθρωσαν τα μέλη του όσο και από τη σχέση του με το πειραϊκό και αργότερα αθηναϊκό κοινό, αποτυπώθηκε στον Τύπο και σημασιοδοτήθηκε κυρίως από τη δράση του υπέρ των απόρων παίδων· κείμενα σε εφημερίδες και εκδόσεις του σωματείου εξυμνούσαν το κοινωφελές και εκπολιτιστικό έργο του αποκλείοντας την ίδια στιγμή, κάθε συζήτηση για το προαπαιτούμενο οικονομικό κεφάλαιο. Στο εσωτερικό του ωστόσο, η θεματολογία αντιστρεφόταν πλήρως. Οι πρωτοβουλίες για τη σύσταση, την επιβίωση και την επέκταση του σωματείου δομήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με όρους κόστους και οικονομικών πόρων. Από τους πρώτους μήνες λειτουργίας του έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1930, η εξεύρεση πόρων, η συσσώρευση κεφαλαίου με τη μορφή χρημάτων ή ιδιοκτησίας και η διανομή του προς το πολυσχιδές έργο του Συνδέσμου, μονοπώλησαν τις συνεδριάσεις των οργάνων διοίκησης όπου ο νομιμοποιητικός λόγος της συλλογικής δράσης απουσίαζε. Ενώ ο φόβος για μια βραχύβια παρουσία του Συνδέσμου στη δημόσια σφαίρα της πόλης ήταν ρητός και συνεπαγόταν άμεσα την οικονομική του κατάσταση, η δημόσια συζήτηση για το καθαυτό οικονομικό του κεφάλαιο φαίνεται να ήταν απαγορευμένη. Το σωματείο, συστατικό στοιχείο της δημόσιας σφαίρας, συγκροτήθηκε ως ένα πεδίο θεσμοποίησης της «δωρεάς» ως δημόσιας πράξης στο πλαίσιο της φιλανθρωπικής πρακτικής των πολιτών και κυριών· αρχικά διοργανώνοντας ετήσιες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και εγκολπώνοντας κατά περιόδους, νέες πρακτικές προσφοράς κεφαλαίου προς το ταμείο του Συνδέσμου. Ακριβώς σε αυτές τις πρακτικές των αστών, σε μια υπό εκβιομηχάνιση οικονομία, ο νόμος του συμφέροντος και τους κέρδους αναστέλλεται[42]. Πρόκειται για τη συγκρότηση ενός πεδίου εντός του οποίου η σωματειακή δράση προσλαμβανόταν ως κοινωφελής και αλτρουιστική, επομένως το οικονομικό κεφάλαιο δεν μπορούσε να αναγνωριστεί με όρους ατομικού ή εταιρικού κέρδους και η συσσώρευσή του σημασιοδοτήθηκε αναφορικά με τη χρήση του, δηλαδή τη φιλανθρωπία. Η επανασημασιοδότηση του οικονομικού κεφαλαίου από τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς πραγματοποιήθηκε στη βάση της άρνησης του κέρδους και του «στυγνού συμφέροντος» και αποτελεί τη διαδικασία εντός της οποίας νομιμοποιήθηκε όχι μόνο η συσσώρευσή του αλλά και η καθαυτή πράξη της δωρεάς[43].
Στους “ελληνικούς συλλόγους” εντός και εκτός του ελληνικού βασιλείου όπου η σωματειακή δράση διαρθρώθηκε στον άξονα ενός ανώτερου του ατομικού συμφέροντος, εθνικού σκοπού, η δαπάνη μέρους της περιουσίας των αστών προς τα σωματεία, περιγραφόταν στην κυρίαρχη ρητορική ως προσφορά στο έθνος και φαίνεται να αντικαθιστούσε την αυτοθυσία στη μάχη[44]. Στο αστικό περιβάλλον του Πειραιά κατά τα τέλη του 19ου και στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η προσφορά κεφαλαίου προς στον Σύνδεσμο γινόταν αντιληπτή ως δαπάνη προς την πόλη, συμφέρον των ιδίων συμπολιτών. Η χρηματοδότηση της φιλανθρωπικής, σωματειακά οργανωμένης δράσης των μεσαίων στρωμάτων υπέρ των απόρων παίδων γινόταν αντιληπτή ως προσφορά υπέρ της πόλης. Οι δωρητές, μικρότεροι και μεγαλύτεροι ευεργέτες ήταν αποκλειστικά πειραιώτες, μόνιμοι δημότες ή ομογενείς του εξωτερικού, και νομικά πρόσωπα με έδρα στην πόλη του λιμανιού. Φαίνεται επομένως ότι, τόσο σε συμβολικό όσο και σε υλικοτεχνικό επίπεδο, ο Πειραϊκός Σύνδεσμος ήταν τοπική υπόθεση.
Οι τρόποι με τους οποίους συγκεντρώνονταν χρήματα στο ταμείο του Συνδέσμου ήταν ορισμένοι στο καταστατικό και συνιστούσαν στα πολιτισμικά τους συμφραζόμενά, πρακτικές με τις οποίες οι πειραιώτες μετείχαν της πρωτοβουλίας. Οι συνδρομές των μελών, η προσφορά χρημάτων, κινητής ή ακίνητης περιουσίας, τα εισιτήρια των συναυλιών και των αγώνων, η οργάνωση εράνων και η σύναψη δανείων αποτέλεσαν, κατά περιόδους, τις πηγές εσόδων του σωματείου. Η δωρεά ωστόσο παρουσίαζε διαβαθμίσεις οι οποίες ιστορικά αφορούσαν διαφορετικά ποσά. Ενδεικτικά και σύμφωνα με το άρθρο 50 στο καταστατικό του 1903 ο Σύνδεσμος ανακηρύσσει δωρητήν τον προσφέροντα οικειοθελώς χρήματα ή αντικείμενα αξίας 300-1000 δραχμών, ευεργέτη δε τον από 1000-2000 δραχμών και μέγαν ευεργέτην τον προσφέροντα άνω των 2000 δραχμών. Τα ονόματα των ευεργετών αναγράφονται εν ιδίω πινάκι ανηρτημένο εν τη αιθούση των Συνεδριών. Οι συνδρομές των μελών ήταν η μοναδική πηγή εσόδων στα πρώτα βήματα του σωματείου ωστόσο ήταν συνεχώς εκπρόθεσμες και δεν κάλυπταν ούτε τα πάγια έξοδα, ενώ μέχρι το 1897 υπήρξε μόνο μία δωρεά προς τον Πειραϊκό. Η πρώτη επετηρίδα του Συνδέσμου αποτέλεσε μια περίοδο έντονης διαπραγμάτευσης της θέσης του στην τοπική δημόσια σφαίρα με αναφορές και στο εσωτερικό των διοικητικών οργάνων. Η καθιέρωσή του σε σχέση με το πειραϊκό κοινό δεν ήταν δεδομένη. Σε αυτό το πλαίσιο, το αίτημα οικονομικής ενίσχυσης από τους αστούς με μορφή εράνου, δεν μπορούσε ακόμη να διατυπωθεί καθώς μια ενδεχόμενη αποτυχία του θα υποθήκευε το μέλλον του σωματείου. Στις συνεδριάσεις της Κοσμητείας, το ζήτημα της πρόβλεψης των εράνων στο καταστατικό, επανερχόταν για περισσότερο από δύο χρόνια με τη συνεχή απόρριψη από την πλειοψηφία. Ως εκ τούτου, στη στροφή του 20ού αιώνα η αναζήτηση οικονομικών πόρων κατευθύνθηκε προς το Δημοτικό ταμείο. Η επιλογή της δημοτικής χρηματοδότησης αποτέλεσε μονόδρομο για την επιβίωση του Πειραϊκού και οι διαπροσωπικές σχέσεις των ιδρυτών με μέλη του δημοτικού συμβούλιου και τον Υπουργό Παιδείας κατέστησαν κάτι περισσότερο από πιθανή τη συγκεκριμένη επιχορήγηση. Η επίσημη ρητορική νομιμοποίησης του αιτήματος ωστόσο, έτυχε ιδιαίτερης επεξεργασίας από την Κοσμητεία και η διαβούλευση επικεντρώθηκε στο αντικείμενο της επιχορήγησης. Θα αφορούσε την υπό ίδρυση Λαϊκή Σχολή ή όλα τα τμήματα δεδομένης της αναδιοργάνωσης του Μουσικού τμήματος σε Ωδείον Πειραιώς;[45] Φαίνεται πως η διατύπωση συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προς την επίσημη δημοτική αρχή ήταν αναγκαία καθώς στην πραγματικότητα διεκδικούσαν μέρος από το τοπικό κεφάλαιο που απέφευγαν να προσεγγίσουν άμεσα. Τελικά, το δημοτικό επίδομα εγκρίθηκε αποκλειστικά για την ίδρυση Λαϊκής Σχολής ωστόσο κατατέθηκε σε τραπεζικούς λογαριασμούς για την αποπληρωμή των πρώτων χρεών.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα τα δεδομένα άρχισαν να μεταβάλλονται, ο Σύνδεσμος απευθύνθηκε άμεσα στους αστούς της πόλης διοργανώνοντας φιλανθρωπικές αγορές που μετατράπηκαν σε ετήσιες εορτές και εγκολπώθηκαν νέες μορφές δωρεών. Ο Δήμος αύξησε την επιχορήγησή του και η κρατική αναγνώριση των σχολών του μεταφραζόταν άμεσα σε νέα κρατική χρηματοδότηση. Το σωματείο διέθετε πλέον ετήσιες συνδρομές πειραιωτών εμπόρων και βιομηχάνων υπέρ των Σχολών Απόρων Παίδων. Οι δωρεές τους προς τον Σύνδεσμο αυξήθηκαν τόσο σε αριθμό και κεφάλαια όσο και υλικοτεχνική υποδομή όπως εργαλεία και ειδικά διαμορφωμένους χώρους για την πρακτική άσκηση των φοιτούντων. Εντούτοις, επρόκειτο για πειραιώτες κεφαλαιούχους οι οποίοι δραστηριοποιούνταν ήδη στους κόλπους του και διατηρούσαν εν δυνάμει σχέσεις εργοδοσίας με τους άπορους παίδες ή τους αποφοίτους των Σχολών Μηχανικών[46]. Παράλληλα, ίδρυση των σχολών δημιούργησε μια νέα πηγή εσόδων, τα δίδακτρα, ωστόσο η Διοίκηση του Συνδέσμου προχωρούσε σε εκπτώσεις ή ολοκληρωτικές απαλλαγές κόστους φοίτησης όπου οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Μια πρόνοια που εγκαινιάστηκε το 1902 και διατηρείται μέχρι σήμερα. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1900 πραγματοποιήθηκαν και τα πρώτα βήματα προσέγγισης υποκειμένων εκτός της ομάδας των μελών. Έτσι για πρώτη φορά το 1902 ένας πειραϊκός θίασος ανέβασε κάποιες από τις παραστάσεις του προς ενίσχυση του ταμείου του Πειραϊκού[47]. Παρά την στήριξη μερίδας εμπόρων και βιομηχάνων, οι εκπρόθεσμες συνδρομές αποτέλεσαν την πάγια συμπεριφορά των περισσοτέρων μελών με αποτέλεσμα τη διαγραφή σαράντα έξι μελών το καλοκαίρι του 1905[48], μοναδική περίπτωση σε πλήθος ωστόσο καταδεικνύει το μέγεθος ενός χρόνιου προβλήματος μεμονωμένων διαγραφών.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1910 εγκαινιάστηκαν τα κληροδοτήματα χρηματικού κεφαλαίου ή ακίνητης περιουσίας μέσω διαθηκών. Κατά τον 19ο αιώνα, οι διαθήκες των Πειραιωτών αποτέλεσαν μία πρακτική διανομής της οικογενειακής περιουσίας και αφορούσε τον σχεδιασμό της «επόμενης μέρας» τόσο για τα μέλη της οικογένειας όσο και για την περιουσία την οποία κληρονομούσαν. Το νομικό πλαίσιο, το οικογενειακό ιδεώδες και οι αντιλήψεις για την κατά φύλο κατανομή της εργασίας, διαμόρφωναν ένα ορισμένο πλαίσιο εντός του οποίου οι διαθέτες σχεδίαζαν το μέλλον της οικογένειας και της ιδιοκτησίας τους. Εστιάζοντας στο ζήτημα που ενδιαφέρει εδώ, φαίνεται πως οι διαθήκες αφορούσαν κυρίως τη σχέση οικογένειας και επιχείρησης. Η φιλανθρωπία, η προσφορά δωρεών στους φτωχούς, πραγματοποιούταν εν ζωή ώστε να εξαργυρώνεται το κύρος που προέκυπτε, κυρίως για πολιτικούς σκοπούς. Εντούτοις, σε κάποιες περιπτώσεις, υπήρξε μέριμνα του διαθέτη υπέρ των φτωχών συγγενών που κατοικούσαν στον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής του και συχνά συνοδευόταν με μία δωρεά στην τοπική δημοτική αρχή[49]. Η κατεύθυνση μέρους της περιουσίας των Πειραιωτών προς τον Πειραϊκό μέσω διαθηκών ωστόσο παρουσίασε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πρώτον, προερχόταν κυρίως από πειραιώτες που κατοικούσαν και δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό. Οι ίδιοι ή συγγενείς τους, δώριζαν κάποιο ποσό ή μέρος της περιουσίας στις σχολές Απόρων Παίδων του Πειραϊκού, «εις μνήμην του συμπολίτου ή της συμπολίτιδος». Η Κοινότητα Ελλήνων Ορθοδόξων Τεργέστης και Έλληνες κεφαλαιούχοι της Αιγύπτου και της Ρουμανίας προσέφεραν σημαντική οικονομική ενίσχυση με δωρεές και κληροδοτήματα. Από την Τεργέστη προήλθε αργότερα και το κληροδότημα του Βαρώνου Κίμωνος Ράλλη για την ανέγερση του Μεγάρου ενώ τιμήθηκαν με πανηγυρικούς λόγους και πορτραίτα, αρκετοί έλληνες της Ρουμανίας για το ύψος της ευεργεσίας τους. Δεύτερον, το ζήτημα το διαθηκών δεν αποτέλεσε μια απλή υπόθεση για τον Σύνδεσμο. Η ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης με ομογενείς αφορά ελάχιστες περιπτώσεις που προηγήθηκε μια εμπλοκή του διαθέτη με τον Πειραϊκό μέσω διαπροσωπικών σχέσεων με μέλη του σωματείου. Η φαινομενικά ουδέτερη «αποδοχή» μιας κληρονομιάς ήταν στην πραγματικότητα μια μακρόχρονη νομική διαδικασία και καρπός της άτυπης ομάδας πληρεξούσιων νομικών και συμβολαιογράφων η οποία δημιούργησε επαφές με το Υπουργείο Εξωτερικών, τα ελληνικά προξενεία και διεκπεραίωνε τις απαραίτητες νομικές πράξεις. Πρόκειται για τα μέλη που επικράτησαν τις επόμενες δεκαετίες στα όργανα διοίκησης του Συνδέσμου. Η νομική υποστήριξη για την αποδοχή των κληροδοτημάτων ήταν αναγκαία διότι οι ομογενείς διέθεταν ένα μέρος της περιουσίας τους στην πόλη που κατάγονταν με ασαφή ορισμό αποδεκτών όπως για παράδειγμα τα κληροδοτήματα «υπέρ των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων του Πειραιώς». Τέτοιου είδους διεκδικήσεις οδήγησαν σε αντιδικίες με ομοειδείς, φιλανθρωπικούς συλλόγους και ιδρύματα της πόλης με ενδεικτική την περίπτωση κληροδοτήματος μιας οικίας στην Μανσούρα (Αίγυπτος) την οποία διεκδίκησε και το Ζάννειο Ορφανοτροφείο[50]. Όταν, ωστόσο, το κληροδότημα προερχόταν από τους συγγενείς του θανόντος υπέρ της μνήμης του, οι διαδικασίες απλοποιούνταν καθώς ήταν περισσότερο σαφές αν αφορούσε τον Πειραϊκό Σύνδεσμο ή όχι. Διαθήκες μόνιμων κατοίκων του Πειραιά δεν εντοπίστηκαν στο αρχείο για την περίοδο μέχρι και τα τέλη του 1930. Πιθανώς να υπήρχαν και να μην αποτέλεσαν ιδιαίτερο ζήτημα για το σωματείο όπως οι αντίστοιχες των ομογενών.
Από το 1920 και για δύο περίπου δεκαετίες, είχε διαμορφωθεί πλέον ένα κοινό που χρηματοδοτούσε σταθερά το σωματείο, ήταν χρηματοδότες που δεν προέκυψαν μηχανιστικά αλλά εντάχθηκαν σταδιακά στους υποστηρικτές του κατά τα προηγούμενα χρόνια και διατηρήθηκαν για δύο σχεδόν δεκαετίες. Την ίδια περίοδο, η εμφάνιση επαγγελματικών σωματείων πύκνωσε με την υποστήριξη και του νεοσύστατου Εμπορικού και Βιομηχανικού επιμελητηρίου, συσσωματώσεις που, για τον Πειραϊκό, αποτέλεσαν την κύρια πηγή εσόδων. Το διοικητικό συμβούλιο απευθύνθηκε και τελικά κέρδισε την υποστήριξη της ομοσπονδίας επαγγελματιών Πειραιώς, των εκκλησιαστικών συμβουλίων ναών και ιδιαίτερα ενοριών όπου ιδρύονταν παραρτήματα των σχολών, των σωματείων αρτοποιών, αλευρεμπόρων, γαλακτοπωλών, ζυθοπωλών, εμποροραφτών, ιχθυεμπόρων, κρεοπωλών και της Ελληνικής Τράπεζας Εμπορίας Βιομηχανίας και Ναυτιλίας η οποία έδρευε στον Πειραιά[51]. Παράλληλα, η οικοδόμηση του μεγάρου αναδείχθηκε στον πρωταρχικό στόχο στον οποίο διοχετεύτηκε εσωτερικά το σύνολο των δωρεών. Στο πλαίσιο των υψηλών οικονομικών απαιτήσεων για την πραγμάτωση του οράματος, εγκαινιάστηκε για το πειραϊκό σωματείο, ο δανεισμός από Τράπεζες. Το πρώτο τοκοχρεωλυτικό δάνειο συνάφθηκε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος κατά το συνδεσμικό έτος 1929-1930 και το δεύτερο, ενυπόθηκο, από το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο το 1930[52]. Η ανάγκη για όσο το δυνατόν χαμηλότερο κόστος οδήγησε σε μια ακόμη νέα πρακτική για το σωματείο, την προκήρυξη μειοδοτικών διαγωνισμών για την κατάθεση σχεδίων και για την ανάληψη του έργου.
Η δωρεά χρημάτων στον Πειραϊκό Σύνδεσμο δεν ήταν δεδομένη, αυτόνομη και διαχρονική αλλά βρισκόταν σε σχέση με τη διαβάθμιση της καθιέρωσής του στη δημόσια σφαίρα, ακολούθησε της αναγνώρισής του από το ελληνικό κράτος και παρουσίασε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κατά περιόδους. Το σωματείο φαίνεται να διαμόρφωσε τα συμφραζόμενα, να άρθρωσε έναν λόγο περί δωρεάς και ευεργεσίας, προς το φιλανθρωπικό και κοινωφελές έργο του υπέρ της πόλης και της νεολαίας της. Η δράση και οι ιδέες των μελών του Πειραϊκού συγκρότησαν ένα νέο δημόσιο πεδίο φιλανθρωπικής παρέμβασης, οριοθετημένου και προσδιορισμένου τοπικά, στο οποίο ανταποκρίθηκε ένα μεγάλο μέρος των μεσαίων στρωμάτων του Πειραιά.
[1] Pinol Jean-Luc, Ο Κόσμος των Πόλεων τον 19ο αιώνα, Πλέθρον 2002. σελ. 227.
[2] Στο ίδιο. σελ. 248.
[3] Morris R.J., “Urban Associations in England and Scotland 1750-1914: The formation of the middle class or the formation of a civil society?” in Morton Graeme, Boudien de Vries, Morris R.J. (ed.), Civil Society,…..ό.π. σελ. 140-141.
[4] Βάσιας Τσοκόπουλος, Πειραιάς 1835-1870, Εισαγωγή στην ιστορία του ελληνικού Μάντσεστερ, εκδ. Καστανιώτη Αθήνα 1984, σ. 61.
[5] Τσοκόπουλος Πειραιάς 1835-1870…, ό.π., σ. 53-59.
[6] Αγριαντώνη, «Πόλεις και εκβιομηχάνιση…, ό.π.
[7] Γιαννιτσιώτης Γ. Η Κοινωνική…..ό.π. σελ. 17.
[8] Από το Μητρώο Μελών, Βιβλίον Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Κοσμητείας του Πειραϊκού Συνδέσμου 1894-1896, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου: Φιλιππίδης Σταύρος, θεολόγος. Λεοντόπουλος Ανδρέας, Τηλ. Υπάλληλος. Παΐζης Αλέξανδρος, Αξιωματικός Β. Ναυτικού. Βώκος Ανδρέας, Τραπεζ. Υπάλληλος. Σακελλάριος Μιχαήλ, φιλόλογος-καθηγητής. Ζέππος Γεώργιος, Έμπορος. Κόλλας Α. Γεώργιος, Έμπορος. Ρουμελιώτης Δημήτριος, Ταχ. Υπάλληλος. Δάφνος Παναγιώτης, Τηλ. Υπάλληλος. Κατράκης Δημήτριος, Ιατρός. Φραγκόπουλος Σπυρίδων, Φοιτ. Νομικής. Ρετιτάγκος Ιωάννης, Φοιτ. Νομικής. Λίνος Κωνσταντίνος, Φοιτ. Νομικής. Πετρίδης Πύρρος, Φιλόλογος. Κόλλας Φ. Κωνσταντίνος, Έμπορος. Σταυρόπουλος Ανδρέας, Έμπορος. Γεωργακόπουλος Ιωάννης, Έμπορος. Κανακάκης Γεώργιος, Έμπορος. Παΐζης Αριστείδης, Φοιτητής Νομικής. Δεκαβάλλας Ηρακλής, Σπουδαστής. Πετρέας Επαμεινώνδας, Ταχ. Υπάλληλος. Ελευθερίου Α. Αντώνιος, Φοιτ. Φαρμακευτικής. Σακαλής Δημήτριος, Ιδιωτ. Υπάλληλος. Λεοντόπουλος Αλκιβιάδης, Τελωνιακός Υπάλληλος. Κρέμος Γεώργιος, Έμπορος. Παρασκευάς Κωνσταντίνος, Αργυραμοιβός. Κριτής Γεώργιος, Δημοσιογράφος. Αλεξάκης Πέτρος, Υπόλογος Β. Ναυτικού.
[9] Γιαννιτσιώτης Γ., Η Κοινωνική…..ό.π. σελ. 371.
[10] Καταστατικόν του Πειραϊκού Συνδέσμου, Αθήνα 1903.
[11] Bourdieu Pierre, Η Αίσθηση της Πρακτικής, μτφ Θεόδωρος Παραδέλλης, Αλεξάνδρεια 2006. σελ 182-198.
[12] Ενδεικτικά, οι πρόεδροι του Πειραϊκού, Γ. Σημίτης 1902-1912, αλευροβιομήχανος, ο Β. Βασιλειάδης 1912-1918, και ο Μιλτιάδης Πουρής 1920 -1924 οινοπνευματοποιός. Η διαδοχή στην επιχείρηση οικογενειακής ιδιοκτησίας προκύπτει από τη σύγκριση των καταγεγραμμένων μονάδων στον Πειραιά, 1900-1915. Πολλές από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές μονάδες της περιόδου ανήκαν είτε σε οικογένειες με παράδοση στη μεταποίηση από τον προηγούμενο αιώνα είτε σε οικογένειες που εμφανίστηκαν στο χώρο της μεταποίησης στην στροφή του 20ού αιώνα. Τα μέλη-συνεχιστές αναλάμβαναν το ρόλο τους στο πλαίσιο της αναπαραγωγής της ομάδας των βιομηχάνων. Βλ. πίνακες από: Κουσολίνος Σ. Οδηγός Αθηνών-Πειραιώς και των κυριοτέρων πόλεων της Ελλάδος, Πειραιάς 1900 και Εφ. Σφαίρα, 3.1.1907., 22.3.1914., 17.2.1916.
[13] Ενδεικτικά, ο Β. Βασιλειάδης που διατέλεσε και Πρόεδρος από το 1912 έως το 1918 και ο Μιλτιάδης Πουρής ο οποίος προέδρευσε από το 1920 έως το 1924.
[14] Μητρώο Μελών, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[15] Η δράση της γενιάς των νομικών κορυφώθηκε με τη τριακονταετή σχεδόν θητεία του Πειραιώτη δικηγόρου Δευκαλίωνα Ρεδιάδη στη θέση του Προέδρου, 1924-1955.
[16] Στο ίδιο.
[17] Αθηναϊκά Νέα 7/12/1934. Κοινή Γνώμη 8/12/1934.
[18] Γιαννιτσιώτης Γιάννης, Η Κοινωνική Ιστορία…ό.π., σελ. 380-382.
[19] Καταστατικόν του Πειραϊκού Συνδέσμου, Αθήνα 1903.
[20] Επιστολή του Πειραϊκού Συνδέσμου προς τον Όμιλο Ερετών, 31 Δεκεμβρίου 1894, Αρ. Πρωτ. 157, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[21] Βιβλίον Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Κοσμητείας του Πειραϊκού Συνδέσμου 1894-1896, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου
[22] Πειραϊκός Σύνδεσμος, Α’ Επετηρίς…..ό.π. σελ. 15-16.
[23] Ανθίμου Γαζή, Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, Βιέννη 1935· Α. Σακελλαρίου (επιμ) Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, Αθήνα 1898.
[24] Σκαρλατος Βυζάντιος, Λεξικόν την ελληνικής γλώσσης, Αθήναι 1852· Γιάνναρης Αντώνιος, Μικρός θησαυρός της ελληνικής γλώσσης, Αθήναι 1891· Κωνσταντινίδη Ανέστη, Μέγα λεξικον της ελληνικής γλώσσης, Αθήναι 1902.
[25] Λογοδοσίες Διοικητικού Συμβουλίου 1920-1940.
[26] Melton James Van Horn, The Rise of the Public….ό.π. σελ. 1-2.
[27] Μητρώο Μελών, Πρακτικά Διοικητικών Συμβουλίων, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[28] Βιβλίον Πρακτικών Διοικητικού Συμβουλίου του Πειραϊκού Συνδέσμου 1919-1922, Λογοδοσία συνδεσμικού έτους 1929-1930, Λογοδοσία συνδεσμικού έτους 1931-1932, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού συνδέσμου.
[29] Lorulot Andre, Ο ατομικισμός και οι διάφορες μορφές του αλτρουισμού, μτφ. Μυριώτη Μ., Αλεξάνδρεια 1917.
[30] Βιβλίον Πρακτικών Συνεδριάσεων της Κοσμητείας 1902-1904, Βιβλίον Πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου 1919-1922, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού συνδέσμου.
[31] Βραδινή, 4.12.1933.
[32] Σκαρλατος Βυζάντιος, Λεξικόν την ελληνικής γλώσσης, Αθήναι 1852· Γιάνναρης Αντώνιος, Μικρός θησαυρός της ελληνικής γλώσσης, Αθήναι 1891· Κωνσταντινίδη Ανέστη, Μέγα λεξικον της ελληνικής γλώσσης, Αθήναι 1902.
[33] Βραδινή 4.12.1934. ως αγαθοεργόν εκ των νυκτερινών της Σχολών Απόρων Παίδων, άλλοι ως κοινοφελές εκ των Νυκτερινών σχολών Μηχανικών και της Σχολής ραδιοτηλεγραφητών Εμπορικού Ναυτικού.
[34] Σε επόμενη ενότητα θα περιγράψω τις συνθήκες της συγκεκριμένης μετατόπισης, όταν το φιλολογικό τμήμα του Πειραϊκού, εντός του οποίου λειτουργούσαν οι σχολές απόρων παίδων και μηχανικών, διασπάστηκε με όρους αναπροσδιορισμού της τεχνικής εκπαίδευσης.
[35] Σκαρλατος Βυζάντιος, Λεξικόν….ό.π.
[36] Κουλούρη Χριστίνα, Αθλητισμός….ό.π σελ. 30.
[37] Αλεξάκης Γ. Ν., Πλήρης Οδηγός του Πειραιώς 1906-1907 (Επανέκδοση Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς), Πειραιάς 1990. σελ. 85.
[38] Χατζημανωλάκης Γιάννης, Χρονικό της Πειραϊκής Πνευματικής ζωής (1835-1973), Πειραιάς 1973. Σελ. 59-60.
[39] Λογοδοσία Διοικητικού Συμβουλίου, 1929-1930, Λόγος του Προέδρου του Συνδέσμου στην τελετή για τη βράβευση μαθητών των Νυκτερινών Σχολών 1931-1932. Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[40] Λογοδοσία Διοικητικού Συμβουλίου 1929-1930, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[41] Αλληλογραφία 1930-1940, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[42] Bourdieu Pierre, Η Αίσθηση της Πρακτικής, μτφ Θεόδωρος Παραδέλλης, Αλεξάνδρεια 2006. σελ 183.
[43] Στο ίδιο. σελ. 191.
[44] Σταύρου Τατιάνα, Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Το Υπουργείον Παιδείας του αλύτρωτου Ελληνισμού, Αθήνα 1967.
[45] Βιβλίον Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Κοσμητείας του Πειραϊκού Συνδέσμου 1894-1896, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[46] Βιβλίον Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Κοσμητείας του Πειραϊκού Συνδέσμου 1902-1904, ΙΑΠΣ. Ενδεικτικά, Δημ. Πουρής, Μαστραντώνης.
[47] Βιβλίον Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Κοσμητείας 1902-1904, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[48] Βιβλίον Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Κοσμητείας 1902-1904, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[49] Γιαννιτσιώτης Γιάννης, Η κοινωνική…..ό.π. σελ. 181-198.
[50] Βιβλίον Πρακτικών των Συνεδριάσεων της Κοσμητείας 1906-1907, Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 1919-1925, Ιστορικό Αρχείου Πειραϊκού Συνδέσμου.
[51] Αλληλογραφία 1920-1930, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
[52] Σώζονται τα πρακτικά και η ίδια η συμβολαιογραφική πράξη σύναψης του δανείου. Λογοδοσίες 1929-1931, Ιστορικό Αρχείο Πειραϊκού Συνδέσμου.
Δημοσιεύθηκε από Babis Petras
Μη μας προβληματίζει η μεγάλη χρονική απόσταση 1864 -2009. Τέτοια φιλανθρωπικά σωματεία του 19ου αιώνα, διατηρούν (τηρουμένων των αναλογιών) τις παραδοσιακές δομές τόσο εσωτερικής πειθαρχίας όσο και εξωτερικής δημόσιας εξουσίας. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σωματειακής οργάνωσης φαίνεται να είναι ο κυρίαρχος ρόλος του καταστατικού και η σχέση των μελών με αυτό στο χρόνο. Η γενιά των ιδρυτών προσδιόρισε την πρωτοβουλία στο σύνολό της και την καθοδήγησε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Από τη στιγμή ωστόσο που ο καταστατικός σκοπός διατυπώθηκε, αυτονομήθηκε και μια ριζοσπαστική αναθεώρησή του θα έθετε υπό αμφισβήτηση την καθαυτή σύσταση και επιβίωση του σωματείου. Θεωρητικά, τα τακτικά μέλη ήταν τα μόνα υποκείμενα που διατηρούσαν το δικαίωμα αναθεώρησής του μέσω της Γενικής Συνέλευσης εντούτοις, ο βαθμός μεταβολής του σκοπού ήταν πρακτικά ελάχιστος έως μηδενικός. Συνεπώς, η σχέση του με τις επόμενες γενεές μελών διαμορφώθηκε ως σχέση κληρονομιάς και η διοικητική τους ικανότητα κρίθηκε από την πίστη στην πρώτη και μοναδική σημασιοδότηση της πρωτοβουλίας. Οι νοητικές κατηγορίες που διαμορφώθηκαν στα συμφραζόμενα της ίδρυσης και προσέδωσαν το περιεχόμενο και τις αναφορές στις δράσεις του σωματείου φαίνεται να λειτούργησαν με όρους επικαθορισμού στη δράση των αμέσως επόμενων γενεών.
Δημοσιεύθηκε από Babis Petras
Δημοσιεύθηκε από Babis Petras
Ποιος είναι τελικά ο “κοινωνικός χαρακτήρας” μιας οικονομικής δραστηριότητας όπως είναι η σώρευση χρημάτων στα ασφαλιστικά ταμεία; Από αυτό το ερώτημα οφείλει να ξεκινήσει κανείς για την κατανόηση του προβλήματος. Τι σημαίνει δηλαδή, “ο κοινωνικός χαρακτήρας των ταμείων”. Για να μην εμπλακούμε αυτή τη στιγμή σε μια συζήτηση για τη διάκριση των μεγα-εννοιών “οικονομία – κοινωνία” ή κατά συνέπεια “οικονομικού – κοινωνικού κεφαλαίου”, θα παραμείνω στο πολιτικό του πράγματος με τον στενό ορισμό του. Έτσι, ο κοινωνικός χαρακτήρας ενός ταμείου προκύπτει από μία σχέση, τη σχέση του με μια συλλογικότητα που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι Πολίτες οι οποίοι προσφέρουν τα χρήματά τους. Αυτό σημαίνει ότι το “δημόσιο” του ταμείου οριοθετείται από μια ιδιαίτερη σχέση ιδιοκτησίας: Εφόσον τα χρήματα είναι των ελλήνων πολιτών τότε η διαχείρισή τους από τρίτους, ανάγεται σε ένα εξαιρετικά λεπτό ζήτημα που σε τελευταία ανάλυση αποτελεί ζήτημα αρχών, ηθικών αξιών και βέβαια κρατικού ελέγχου. Ενός ελέγχου δηλαδή εκ των έσω της συλλογικότητας. Τίποτα από τα τρία δεν ισχύει στην Ελλάδα σήμερα διότι: α. δεν υπάρχουν αρχές και αξίες στη δημόσια διοίκηση λόγω των “βυσμάτων” και της μονιμότητας και β. η ίδια η συλλογικότητα που χρηματοδοτεί τα ταμεία, οι πολίτες δηλαδή, δεν έχουν πολιτική συνείδηση για να τα ελέγχουν με την ψήφο τους ή με διάφορες συσσωματώσεις που τοποθετούνται μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών ως εναλλακτικές προτάσεις πολιτικοποίησης και δημόσιας κριτικής.